Φυσικά υπάρχει ευρύ χρονικό διάστημα μέχρι την άνοιξη του 2027 και τις εθνικές εκλογές, προκειμένου τα στρατηγικά επιτελεία του πρωθυπουργικού γραφείου αλλά και του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας να μελετήσουν και να αποφασίσουν ποιο θα είναι το όραμα της διακυβέρνησης για τη χώρα με ορίζοντα το 2030-2031. Αν κρίνουμε όμως από τα δεδομένα που έχουμε, επί του παρόντος η διακυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα κινηθεί οραματικά για τη διεκδίκηση της τρίτης θητείας αλλά διαχειριστικά στη βάση των κεκτημένων όσων ουσιαστικά έχουν επιτευχθεί στις δύο πρώτες θητείες.
Από πού προκύπτουν αυτά; Όχι από κάποιες δημόσιες δηλώσεις από την πλευρά της κυβέρνησης ή κάποιες επισημάνσεις από τη «χαμένη στη μετάφραση», ούτως ή άλλως, αντιπολίτευσης. Αλλά από τις παραδοχές και τους στόχους που προκρίνονται στο Μεσοπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2029 που κατάρτισε το υπουργείο Οικονομικών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές: Ναι μεν τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν κατά 10,29 δισ. ευρώ μέχρι το 2029, με τους άμεσους φόρους να υπερβαίνουν μάλιστα τους έμμεσους, αλλά ουσιαστικά είναι εμφανές ότι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής είναι οριακός. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ή διάθεση για περιορισμό των περίπου 1.200 φοροαπαλλαγών, που αποτελούν νάρκη αδικίας για το φορολογικό σύστημα. Οι επενδύσεις δείχνουν σαφώς σημεία επιβράδυνσης παρακολουθώντας ουσιαστικά το τέλος των κονδυλίων του ταμείου Ανάκαμψης, ο χρονικός ορίζοντας του οποίου είναι πλέον στενός. Συγκεκριμένα, η πορεία τους είναι κάθετα πτωτική από το 10,2% το 2026 στο 0,8% το 2029.
Η αναπτυξιακή δυναμική δείχνει αντίστοιχη πορεία από το 2,4% το 2026 στο 1,7% το 2027, 1,6% το 2028 στο 1,3% το 2029. Καμία δηλαδή αισιοδοξία και αποφασιστικότητα για διαρθρωτικές πρωτοβουλίες που θα δώσουν πνοή στην οικονομία και την επιχειρηματικότητα. Στην κατανάλωση οι προβλέψεις είναι μάλλον δραματικές. Με δημοσιονομικές παρεμβάσεις στήριξης από 3,04 δισ. ευρώ φέτος στα 10,1 δισ. ευρώ το 2029 η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση (η αγοραστική δύναμη δηλαδή) κυριολεκτικά βουλιάζουν στο πέρασμα των ετών. Από το 1,9% το 2025 στο 1,2% το 2029 η πρώτη και από το 1,4% φέτος στο 0% το 2028 και 2029 η δεύτερη.
Αν δούμε τις προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων, άρα και τον όγκο και το κόστος του δημόσιου τομέα, υπολογίζεται ότι την πενταετία 2025-2029 οι προσλήψεις θα είναι περισσότερες από τις συνταξιοδοτήσεις. 148.533 οι προσλήψεις, 109.540 οι αποχωρήσεις. Τίθεται προφανώς το ερώτημα: σε μια χώρα που ψηφιοποιείται με ταχείς ρυθμούς και εξαγγέλλονται συνεχώς προμήθειες τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης πώς είναι δυνατόν να αυξάνεται τόσο ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, άρα και το δημοσιονομικό βάρος που προκαλείται; Τεχνολογίες και ψηφιοποίηση σημαίνουν δραματική μείωση των δημοσίων υπαλλήλων, αφού μάλιστα ο περιορισμός της περιττής γραφειοκρατίας θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένος. Από την άλλη πλευρά, η ανεργία υπολογίζεται στο σημερινό επίπεδο του 8% μέχρι το 2029, άλλο ένα μέγεθος που δείχνει πρόθεση ακινησίας στον χρόνο από πλευράς κυβερνητικής στρατηγικής.
Η σταθερότητα στη διακυβέρνηση για μια τρίτη τετραετία φυσικά διασφαλίζει τη μείωση του δημοσίου χρέους στο 119% του ΑΕΠ το 2029, στη βάση και των πρόωρων αποπληρωμών που θα συνεχισθούν και την προβολή θετικού προφίλ της χώρας σε ένα διεθνές περιβάλλον πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής αστάθειας.
Άρα, με αυτά τα δεδομένα ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης θα παρουσιασθεί στην τελευταία ΔΕΘ, πριν από την προεκλογική περίοδο, τον Σεπτέμβριο του 2026 και θα πει ότι διεκδικεί μια τρίτη θητεία για να διασφαλιστούν όσα επιτεύχθηκαν από το 2019 μέχρι σήμερα. Αρκεί κάτι τέτοιο για τη στρατηγική της χώρας μέχρι το 2030; Η περίφημη «ατζέντα 2030» δεν θα διευρυνθεί στη βάση των νέων κεκτημένων; Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία και την πραγματικότητα της Ελλάδας θα περιμένουν τις κυβερνήσεις του 2031-2035 και μετά για να προδιαγράψουν τις εξελίξεις στρατηγικά;
Εφημερίδα Απογευματινή








