Στην ελληνική πολιτική επανέρχεται το τελευταίο διάστημα το ίδιο μοτίβο. Όταν ακούγεται η φράση «νέο κόμμα», πίσω βρίσκονται τα ίδια πρόσωπα. Τσίπρας και Σαμαράς εμφανίζονται ως εναλλακτική, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά η ουσία παραμένει ίδια: μπορούν να δημιουργούν σε κάποιους ενθουσιασμό, αλλά είναι σε θέση στ’ αλήθεια να κυβερνήσουν ξανά;
Ο κ. Τσίπρας συνεχίζει το γνωστό παιχνίδι. Οι άνθρωποι γύρω του είναι σχεδόν οι ίδιοι. Οι λόγοι του γνώριμοι και οι θέσεις του γενικόλογες, χωρίς ουσιαστικό βάθος ή καινοτομία. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως νέο κόμμα συγκρούεται με τη μνήμη των ψηφοφόρων και τις δημοσκοπήσεις: η βάση του είναι σταθερή αλλά περιορισμένη και η κοινωνία φαίνεται να αμφισβητεί κάθε πραγματική αλλαγή που ο ίδιος προαναγγέλλει.
Ο κ. Σαμαράς επιχειρεί αντίστοιχα μια «επανεκκίνηση» στη δεξιά. Το «λογότυπο», πιθανότατα και η παρουσία του, ανανεώνονται, η ουσία όμως παραμένει ίδια. Τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά το δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κοινωνία δεν ξεχνά και η αμφισβήτηση της προσωπικής του επιρροής είναι πια πολύ μεγάλη.
Η Μαρία Καρυστιανού, από την πλευρά της, δείχνει να ανταποκρίνεται σε ένα καθαρό κοινωνικό αίτημα: κάθαρση, λογοδοσία και πάταξη της διαφθοράς. Η φωνή της βρίσκει ανταπόκριση σε πολίτες που θέλουν να στείλουν σαφές μήνυμα για ηθική και διαφάνεια. Ωστόσο, η παρουσία της δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κυβερνητική ικανότητα ή σε διαχειριστική εμπειρία. Η επιρροή της παραμένει συμβολική αλλά μπορεί να γίνει και ουσιαστική. Δείχνει προς τα πού θέλει η κοινωνία να κινηθεί, αλλά πιθανότατα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ή να διαχειριστεί τα δύσκολα ζητήματα της εξουσίας που απαιτούν στρατηγική και αποφασιστικότητα.
Και έτσι φτάνουμε στην καρδιά της αντίφασης: Τσίπρας και Σαμαράς μπορούν να δημιουργήσουν σε κάποιους ενθουσιασμό. Η κυρία Καρυστιανού μπορεί να δώσει φωνή στο αίτημα για κάθαρση και να φέρει κόσμο στις κάλπες. Κανείς από αυτούς όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί κυβερνητική ικανότητα. Οι πολίτες βλέπουν τα πρόσωπα, ακούνε τα λόγια, καταλαβαίνουν όμως ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί.
Η κυβέρνηση από την άλλη δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται την πίεση του χρόνου. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα δείξουν ελπίδα για το μέλλον, οι πολίτες θα της γυρίσουν την πλάτη. Η πραγματική διακυβέρνηση δεν γίνεται με λόγια ούτε κρύβεται πίσω από επικοινωνία.
Στο τέλος, η αλήθεια είναι ξεκάθαρη: η χώρα χρειάζεται και παλιά, αλλά και νέα πρόσωπα Κυρίως όμως πράξεις. Όχι επικοινωνιακή λάμψη ή επανεκκινήσεις παλιών ηγετών. Τσίπρας και Σαμαράς μπορεί να κινητοποιούν κάποιον κόσμο. Η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να είναι η μόνη που μπορεί να δίνει σε πολλούς φωνή για κάθαρση ακόμα κι αν δεν προσφέρει κυβερνητική λύση. Οι πολίτες το ξέρουν και θα το αξιολογήσουν. Η πολιτική ανανέωση απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο όμως: αποφασιστικότητα, σχέδιο, συντονισμό και αποτελέσματα που να φαίνονται και να μετρούν πραγματικά. Συνεργάτες και πλάνο ρεαλιστικό. Θα τα βρει σε ελάχιστους μήνες η κυρία Καρυστιανού; Όχι απίθανο, αλλά δύσκολο.
Εφημερίδα Απογευματινή









