Πριν από λίγο καιρό κυριαρχούσε μια συζήτηση στον δημόσιο διάλογο περί προβλήματος κυβερνησιμότητας της χώρας που μπορεί να προκύψει από τις επόμενες εκλογές του 2027. Ο στόχος ήταν προφανής. Να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα ανάγκης κυβερνήσεων συνασπισμού, στην ηγεσία των οποίων δεν θα μπορούσε να είναι ο νυν πρωθυπουργός και ηγέτης της Κεντροδεξιάς κ. Μητσοτάκης. Και αυτό επειδή δεν συγκεντρώνει, για παράδειγμα, τη συναίνεση του κ. Ανδρουλάκη και της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ ή και άλλων από τους πολιτικούς σχηματισμούς είτε της δεξιάς είτε της αριστερής αντιπολίτευσης. Το κλίμα αυτό, στη βάση προσωπικών φιλοδοξιών και πολιτικών σκοπιμοτήτων, αναπαράχθηκε σε μεγάλο βαθμό από μίντια, χωρίς όμως να έχει ως απότοκο τις επιδιωκόμενες εξελίξεις.
Όπως, για παράδειγμα, δημιουργία συνθηκών αντικατάστασης στην ηγεσία της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας μέσα στο 2025 και πρόωρες εκλογές μέσα στο 2026. Αυτό συνέβη επειδή πέραν του φαντασιακού κάποιων μεγαλόσχημων από το παρελθόν που θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος μιας «φωτισμένης δεσποτείας» από την πλευρά των ελίτ, τίποτα δεν δείχνει στην πραγματικότητα ότι οι Έλληνες πολίτες στην πλειοψηφία τους δεν θα υποστηρίξουν όταν έρθει η ώρα της κάλπης μια βιώσιμη και σταθερή διακυβέρνηση για την επόμενη τετραετία, με πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη. Εν ολίγοις, το έλλειμμα κυβερνησιμότητας της χώρας ήταν πολύ περισσότερο πομφόλυγα σκοπιμοτήτων και ψευδεπίγραφο σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Αντίθετα με την αδυναμία κυβερνησιμότητας της χώρας υπάρχει σοβαρό ζήτημα με το πολιτικό σύστημα της χώρας. Αυτό σχετίζεται με τον αριθμό και τον χαρακτήρα των κομμάτων που κινούνται εντός Κοινοβουλίου ή οργανώνονται εκτός αυτού με στόχο να συμμετάσχουν στις επόμενες εθνικές εκλογές. Από το 2023 και μετά το πολιτικό σύστημα της χώρας, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας αφού κοινοβουλευτικές εκλογές άρα και επίσημη καταγραφή δεν έχει υπάρξει, παράγει και κυριαρχείται από αντιδραστικά κόμματα. Στα υπάρχοντα κοινοβουλευτικά προστίθενται και άλλα υπό δημιουργία που δεν μοιάζουν ή δεν προσδοκούν να εξελιχθούν σε δομημένους και με στρατηγική πολιτικούς οργανισμούς. Αλλά στοχεύουν να εκφράσουν και να στηρίξουν την αντίδραση. Ένα ολοκληρωτικό «όχι σε όλα». Ουσιαστικά μιλάμε για κόμματα-τιμωρούς του ίντερνετ, απότοκο των τοξικών social media που κυριαρχούν πλέον στην ελληνική πραγματικότητα ως καθημερινότητα. Έχουμε, λοιπόν, μια σειρά από αντιδραστικά κόμματα εντός Κοινοβουλίου και απειλούμαστε σε εθνικό επίπεδο από ένα κομματικό σύστημα που μπορεί να παράγει και άλλα τέτοια.
Αντιδραστικά εντός Κοινοβουλίου λογίζονται το ΚΚΕ, η Ελληνική Λύση του κ. Βελόπουλου ή η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου ή το ΜέΡΑ25 του Γ. Βαρουφάκη (προσωπικά κόμματα), αλλά και η ΝΙΚΗ στα πιο θρησκόληπτα. Υπάρχει επίσης μια σειρά από κόμματα που προέρχονται από τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, αδύναμα μετά την πολυδιάσπαση που συντελέσθηκε στον χώρο, όπως ο εναπομείναν ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά ή το Κίνημα Δημοκρατίας του Κασσελάκη, τα οποία απλώς αναζητούν μια επόμενη ημέρα. Ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει προκύψει το έτερο των παλιών κομμάτων εξουσίας το ΠΑΣΟΚ, που ουσιαστικά στην πολιτική του πρακτική είναι εξίσου αντιδραστικό αφού επιχειρεί διά της άρνησης και της προβολής δυστοπίας για το κυβερνητικό έργο συλλήβδην να προσεγγίσει ομάδες ψηφοφόρων από τα άλλα αντιδραστικά κόμματα, ενώ προβάλλει φαντασιώσεις ότι θα κυριαρχήσει στις επόμενες εκλογές. Αυτή η πραγματικότητα επιβαρύνεται και από τις διεργασίες για τη συγκρότηση και άλλων μηδενιστικών και αντιδραστικών πολιτικών σχημάτων όπως για παράδειγμα της Μαρίας Καρυστιανού.
Καταλήγουμε σε μια πολύ αρνητική πολιτική πραγματικότητα στη χώρα. Διαθέτουμε κόμμα σταθερής διακυβέρνησης και έμπειρο και μεθοδικό πρωθυπουργό, αλλά δεν λειτουργεί η δημοκρατία ως κοινοβουλευτισμός ευθύνης. Συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αρνείται πλέον να αντιμετωπίσει το πολιτικό προσκήνιο σοβαρά. Προτιμούν να «πετροβολούν» τους πάντες και τα πάντα ως «επαναστάτες του πληκτρολογίου». Η πολιτική γίνεται ένα πεδίο εκτόνωσης μιας συλλογικής κατάθλιψης που δεν είναι όμως δικαιολογημένη πλέον. Ταυτόχρονα, σε μεγάλα θέματα, όπως και αυτό του αγροτικού, τα αντιδραστικά κόμματα, με πρώτο στη συγκεκριμένη περίπτωση το ΚΚΕ, προσπαθούν με ρήξεις να υπογραμμίσουν την παρουσία τους και να προσελκύσουν κοινό. Ναι, αλλά έτσι στους κρίσιμους παρόντες καιρούς πώς θα πάμε μπροστά;
Εφημερίδα Απογευματινή








