Ύστερα από επτά εβδομάδες αγροτικών κινητοποιήσεων, πολλά έχουν ειπωθεί και αναλυθεί στον δημόσιο διάλογο και σίγουρα άξια λόγου: Πόσες και ποιες πρέπει να είναι οι επιδοτήσεις, ενισχύσεις και αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι αγρότες και ποιοι όροι και προϋποθέσεις πρέπει να συνοδεύουν τις χρηματοδοτήσεις αυτές. Πόσο πρέπει να πληρώνουν για το ρεύμα που καταναλώνουν, για το πετρέλαιο που καίνε για τα οχήματα και τα μηχανήματά τους. Ποιο είναι το πρόσφορο ύψος των άμεσων και έμμεσων φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών που πληρώνουν. Και πολλά ακόμα.
Τώρα, με πρωτοβουλία της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή, θα αρχίσει κι ένας άλλος διάλογος, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, την επόμενη Κοινή Αγροτική Πολιτική, τις μελλοντικά κερδοφόρες καλλιέργειες, το πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσαν να κινηθούν στο εξής η κτηνοτροφία και η αλιεία. Μεγάλη συζήτηση έγινε φυσικά και για τα μπλόκα, κατά πόσο η κυβέρνηση έδειξε υπέρμετρη ανοχή στο κλείσιμο κεντρικών οδικών αρτηριών της χώρας ή όχι, κατά πόσο κάθε μορφή διεκδίκησης αιτημάτων από έναν κλάδο είναι a priori θεμιτή.
Ένα μόνο ζήτημα, που ανέκυψε πιο εμφατικά μέσα σε αυτές τις επτά εβδομάδες, δεν συζητήθηκε σχεδόν καθόλου: Ποιος ακριβώς εκπροσωπεί τους αγρότες; Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι απασχολούμενοι στους τομείς της γεωργίας, της δασοκομίας και της αλιείας στην Ελλάδα υπολογίζονται σε περίπου 469.000 άτομα. Πώς εκπροσωπούνται, λοιπόν, οι περίπου 400.000 αγρότες στην Ελλάδα;
Η ΕΘΕΑΣ, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της, «αποτελεί τη διάδοχο κατάσταση της ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία και λειτουργούσε από το 1935, ως κορυφαίος ιδεολογικός και συντονιστικός φορέας των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων της χώρας». Η Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, όπως είναι το πλήρες της όνομα, αποτελεί σήμερα το τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό και συνεταιριστικό όργανο των αγροτών στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας ουσιαστικά την ΠΑΣΕΓΕΣ που παρήκμασε και διαλύθηκε τελικά το 2016. Αυτά στο τυπικό σκέλος και μόνο. Στο ουσιαστικό, κανείς στην πραγματικότητα δεν ξέρει ποιος εκπροσωπεί ποιον και με ποια ακριβώς νομιμοποίηση.
Με την ορμή της δυναμικής κινητοποίησης και το κύρος που προσδίδει εν προκειμένω η ιδιότητα του παλιού αγροτοσυνδικαλιστή, ορισμένοι πιο σκληροπυρηνικοί αγρότες έχουν πετύχει να αναγνωρίζονται ως οι ηγέτες του συνδικαλιστικού τους κινήματος. Κλήθηκαν με κάποια δημοκρατική διαδικασία οι 400.000 αγρότες να ψηφίσουν σε κάλπη τους εκπροσώπους τους και εκείνοι με τη σειρά τους να εκλέξουν μια ολιγομελή ηγεσία; Η απάντηση είναι όχι.
Η διαδικασία δηλαδή που ακολουθούν π.χ. οι δάσκαλοι (ΔΟΕ), οι καθηγητές (ΟΛΜΕ), οι δημοσιογράφοι (ΕΣΗΕΑ), οι ταξιτζήδες της Αττικής (ΣΑΤΑ) ή με άλλον χαρακτήρα και μορφή οι δικηγόροι της Αθήνας (ΔΣΑ), οι μηχανικοί πανελλαδικά (ΤΕΕ) και πολλοί ακόμα, εδώ δεν ισχύει. Εδώ ισχύει η δύναμη των μπλόκων, οι Επιτροπές Αγώνα, η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων και άλλα σχήματα αμφιβόλου νομιμοποίησης και καθολικότητας.
Αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα οι αγρότες, αποδεχθήκαμε σιωπηρά ως κοινωνία, αποδεχθήκαμε φωναχτά ως Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης πως όποιος είναι μπροστάρης στο κλείσιμο ενός κομβικού οδικού δικτύου και κάνει αρχηγική εμφάνιση, είναι και ο αρχηγός. Όσοι είχαν την όρεξη, την υπομονή και τη θέληση να κατεβάσουν τα τρακτέρ τους και να κλείσουν κάποιον δρόμο, τον εξέλεξαν διά βοής ή διά της σιωπής τους ή και καθόλου: Απλώς εμφανίστηκε και άντλησε τη νομιμοποίησή του από την παρουσία του στα κανάλια και στους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Και όταν ήρθε η ώρα να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του πρωθυπουργού και να προσέλθουν στο Μέγαρο Μαξίμου σε διάλογο, ξεκίνησε μια ατέρμονη συζήτηση για το ποιοι τελικά θα πάνε σε αυτό τον διάλογο.
Γιατί, για παράδειγμα, οι αυτοκινητιστές της Αττικής δεν έκαναν τέτοιον διάλογο αυτές τις ημέρες που απεργούν; Διότι μια ωραία ημέρα, σύμφωνα με το καταστατικό τους, ψήφισαν το διοικητικό συμβούλιο του ΣΑΤΑ και ανέδειξαν πρόεδρο τον Θύμιο Λυμπερόπουλο, που τους εκπροσωπεί. Έτσι, συντεταγμένα και δημοκρατικά, οι δάσκαλοι, για παράδειγμα, εξέλεξαν το δικό τους διοικητικό συμβούλιο και τους εκπροσωπεί στην όποια συνάντηση ο εκλεγμένος πρόεδρος, Σπύρος Μαρίνης, σε διεκδικήσεις που και εκείνοι έχουν την τρέχουσα περίοδο.
Τα παραδείγματα είναι πολλά ακόμα. Το παράδειγμα των αγροτών όμως δείχνει καθαρά το εξής: Η εποχή του μετασυνδικαλισμού ξεκίνησε. Δεν το έκαναν πρώτοι οι αγρότες, το έκαναν οι φοιτητές, που αφού απαξιώθηκε και ξεχάστηκε και η ύπαρξη ακόμα της ΕΦΕΕ, τους εκπροσωπούν διάφορες ομάδες και πρόσωπα. Οι αγρότες ακολούθησαν πολλά χρόνια αργότερα. Η κοινωνία παρακολουθεί και δεν ενδιαφέρεται να αντιδράσει, διότι πολύ απλά η συνδικαλιστική δράση δυστυχώς, επί σειρά δεκαετιών, παρήκμασε, ξέφτισε, γνώρισε την απαξία στα μάτια των πολλών. Σε πολλούς κλάδους και σε πολλούς χώρους εργασίας. Το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα ως ο βασικός θεσμικός εκφραστής των συμφερόντων της εργασίας, βιώνει σταδιακά εδώ και πολύ καιρό μια παρακμή. Στη θέση του ξεφυτρώνει σταδιακά ένας μετασυνδικαλισμός, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι τελευταίες επτά εβδομάδες είναι μια πρώτη απτή απόδειξη.
Εφημερίδα Απογευματινή











