Τους κανόνες εμπλοκής δεν τους επιλέγεις απαραίτητα ως χώρα. Συνήθως επιβάλλονται από τις πλέον κεντρικές δυνάμεις στον κόσμο. Αλλά και από τη συγκυρία. Στην παρούσα φάση της ιστορίας, ο ανταγωνισμός των δυνάμεων επηρεάζεται σε άμεσο βαθμό από τις επιλογές και την αποφασιστικότητα του προέδρου Τραμπ. Ό,τι ήταν γνωστό μεταπολεμικά δεν ισχύει. Δεν σημαίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο να το επικροτήσει η ελληνική ηγεσία για παράδειγμα. Αλλά ούτε, όπως φαίνεται, και οι ηγεσίες των κεντρικών δυνάμεων στην Ευρώπη παίζει ρόλο πώς αντιμετωπίζουν τη δομική αυτή ανατροπή. Απλώς οφείλουν να το λάβουν υπόψη τους. Κάτι σαν «καινούργιος σερίφης στην πόλη».
Η Ελλάδα ως μέλος του ΝΑΤΟ από τη δεκαετία του 1950 και ως μέλος της ΕΟΚ ή της ΕΕ και της Ευρωζώνης στη συνέχεια, με αφετηρία τη δεκαετία του 1980 ασκούσε και παρακολουθούσε πολιτικές με τις δύο αυτές ιδιότητες στην ταυτότητά της. Η Ελλάδα επί της ουσίας από πλευράς ένταξης ήταν πάντα δυτική. Με δεδομένο ότι μονίμως είχε ένα πρόβλημα με την επιθετικότητα και τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, μονίμως έπρεπε να φροντίζει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της και τη διπλωματική της τοποθέτηση σε σχέση με την απειλή αυτή. Τουρκία και Ελλάδα είχαν ενταχθεί στο ΝΑΤΟ ως γεωπολιτικό σύνολο. Τουλάχιστον με τον τρόπο αυτόν αντιμετωπίζονταν και από την Ουάσινγκτον, αλλά και από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Σειρά από ελληνικές κυβερνήσεις και μια κλασική σχολή εγχώριας διπλωματίας θεωρούσε μάλιστα ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας να ανοίξει τον ευρωπαϊκό δρόμο και στην Τουρκία. Να απολέσει δηλαδή το πλεονέκτημα που είχε και έχει στη διεθνή οργάνωση έναντι της Τουρκίας και να επιτρέψει ή και να υποστηρίξει τη μετακίνηση της Τουρκίας από την Ασία στην Ευρώπη. Το όλο σχήμα μοιάζει σχιζοφρενικό, αλλά οι κυβερνήσεις και σημαντικοί διπλωμάτες και αρμόδιοι χάραξης στρατηγικής θεωρούσαν ότι αν Ελλάδα και Τουρκία ενταχθούν στους ίδιους οργανισμούς της Δύσης, θα διευκολυνθούν στις μεταξύ τους διαφορές.
Μέχρι και πριν από μια δεκαπενταετία στην ελληνική πλευρά κυριαρχούσαν αυτοί που με διάφορους τρόπους και διαδρομές πίστευαν ότι Ελλάδα και Τουρκία τελικά θα συμφωνήσουν στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Φυσικά ποτέ δεν ρώτησαν σοβαρά οι Έλληνες τους Τούρκους ομολόγους τους πώς αντιμετωπίζουν το Διεθνές Δίκαιο σε σχέση με την ισχύ και τη συγκυρία, ως βάση λύσης των διμερών διαφορών. Σε αντίθεση με τις ελληνικές ηγεσίες, οι τουρκικές, όταν σε όλες αυτές τις δεκαετίες τούς δόθηκε ευκαιρία, επιτέθηκαν στην επικράτεια των Ελλήνων. Στην Κύπρο περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970, στα Ίμια στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα σύνορα της Ελλάδας στον Έβρο, με υβριδικού τύπου έφοδο με λαθραίους μετανάστες στην αφετηρία της δεκαετίας του 2020. Στους ενδιάμεσους χρόνους, υπήρχαν κρίσεις με στόχο την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων που προέκυπταν από το Διεθνές Δίκαιο για την Ελλάδα, με επιτιθέμενους τους Τούρκους στον αέρα και στη θάλασσα. Μόλις, μάλιστα, επικυρώθηκε το νέο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, που έδιδε νόμιμη ευχέρεια και δικαίωμα να επεκτείνει η Ελλάδα τις ζώνες εθνικής και οικονομικής δικαιοδοσίας της σε αέρα και θάλασσα, η Τουρκία ανακοίνωσε casus belli (απειλή πολέμου). Ο τρόπος που η Δύση της «κανονικότητας» αντιμετώπισε την κατάσταση αυτή δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν ιδεατός ως προς την προσήλωση στο Δίκαιο. Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Εξ εμπειρίας οι Έλληνες γνωρίζουν ότι όλα στη διεθνή πολιτική και την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων βασίζονται στην ισχύ και την ανάσχεση. Στην παρούσα φάση τι λαμβάνεται κυρίως υπόψη; Το Διεθνές Δίκαιο ή η ανάσχεση μέσα από τη συμμαχία με το Ισραήλ; Με την Τουρκία να προελαύνει στη Συρία και την Ανατολή, ποιο είναι το «φρένο» επί της ουσίας; Μήπως η τετραήμερη συνεργασία με τον Ισραηλινό υπουργό Αμύνης, Κατς, που βρίσκεται στη χώρα μας, και οι νέες φρεγάτες, αεροπλάνα και πυραυλικά συστήματα ή η ανάγνωση του Διεθνούς Δικαίου και των προβλέψεών του;
Εφημερίδα Απογευματινή









