Γιατί «ναι» στο Συμβούλιο Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ

Τα κύρια συμφέροντα της Ελλάδας είναι βασισμένα στρατηγικά και γεωοικονομικά στις διαδρομές του αμερικανικού LNG ή στους δρόμους της IMEC και της Ανατολικής Μεσογείου
10:40 - 22 Ιανουαρίου 2026

Ένα πραγματικά κρίσιμο δίλημμα και δύσκολο στον χειρισμό του έχει τεθεί στην Ελλάδα μετά την πρόσκληση από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης που οργανώνει υπό την προεδρία του. Αρχικά αυτό θα έχει πεδίο εφαρμογής στην επόμενη ημέρα στη Γάζα. Όμως μελετώντας το καταστατικό, που επίσης δημοσιοποιήθηκε παράλληλα με τις προσκλήσεις προς 50-60 κράτη στον κόσμο, γίνεται φανερή μια οπτική η οποία υπερβαίνει τη Λωρίδα και την ανοικοδόμησή της, μετά τον αφοπλισμό της Χαμάς. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι αφορά «διεθνή Οργανισμό που επιδιώκει να προωθήσει τη σταθερότητα, να αποκαταστήσει την αξιόπιστη και νόμιμη διακυβέρνηση και να εξασφαλίσει διαρκή ειρήνη σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί ή απειλούνται από συγκρούσεις».

Ο προβληματισμός σε επίπεδο πρωθυπουργού και κυβέρνησης είναι εύλογος. Μέχρι σήμερα έχουν αποδεχθεί την πρόσκληση συμμαχικές χώρες όπως το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κάποιες βαλκανικές, όπως η Αλβανία ή το Κόσοβο, αραβικές, όπως το Μπαχρέιν ή το Μαρόκο, η Ουγγαρία από τις ευρωπαϊκές, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, η Λευκορωσία στον κύκλο του Καυκάσου, η Αργεντινή στην Αμερική. Προβληματίζονται για τη συμμετοχή τους κρίσιμες χώρες όπως η Ρωσία ή η Τουρκία. Αλλά και η Ινδία ή η Αίγυπτος. Αρνητική θέση έχουν λάβει ευρωπαϊκές χώρες, όπως η σημαντική για την Ελλάδα δυτική σύμμαχος Γαλλία ή Ιταλία, προβάλλοντας συνταγματικό κώλυμα (sic), η Νορβηγία, η Σουηδία. Αλλά στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα οι περισσότερες δυνάμεις από αυτές που έχουν λάβει πρόσκληση, όπως η Βρετανία, η Γερμανία, οι χώρες της Ιβηρικής, η Κομισιόν και ούτω καθεξής, μάλλον αρνητικά βλέπουν τη συμμετοχή τους με δεδομένη και τη μεγάλη σύγκρουση Ευρώπης – ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας, που φορτίζει το κλίμα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας καμιά από τις δύο αποφάσεις, τη θετική ή την αρνητική, δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν τα υπέρ και τα κατά στην κάθε ενδεχόμενη τοποθέτηση. Οι πρώτες πληροφορίες από το πρωθυπουργικό περιβάλλον είναι ότι η αρνητική θέση του κ. Μητσοτάκη επικρατεί. Φυσικά στο υπουργείο Εξωτερικών. Όμως τίποτα δεν είχε κριθεί, τουλάχιστον όταν ο πρωθυπουργός έπαιρνε το αεροπλάνο για να μεταβεί στο φόρουμ του Νταβός ή την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ που θα εξελιχθεί σήμερα.

Υπάρχει μια αντίληψη που διαχέεται σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο Ειρήνης υπό την προεδρία Τραμπ αποτελεί ένα εγχείρημα αμφισβήτησης του κύρους και της λειτουργίας του ΟΗΕ. Αυτό προβληματίζει την Αθήνα που μεταξύ των άλλων διατηρεί στην παρούσα συγκυρία θέση μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας στον ΟΗΕ. Όμως γιατί το Συμβούλιο Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι απλά μια διεθνής λέσχη γεωστρατηγικής παρέμβασης υπέρ της ειρήνης και της σταθερότητας; Και γιατί διεθνείς δομές και συμμαχία εθνών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, η «G7» και ούτω καθεξής δεν θεωρούνται ανταγωνιστικές της δομής και του κύρους του ΟΗΕ;

Στην Ελλάδα λαμβάνεται υπόψη επίσης ότι επικεφαλής του Eurogroup είναι ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών ή σε μια κλιμάκωση της σύγκρουσης Ευρώπης – ΗΠΑ η Ελλάδα, όχι μόνον γεωγραφικά αλλά και δομικά, είναι μέρος της Ευρώπης. Ναι, αλλά η Ελλάδα έχει ειδικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Κύρια συμφέροντά της είναι βασισμένα στρατηγικά και γεωοικονομικά στις διαδρομές του αμερικανικού LNG ή στους δρόμους της IMEC και της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, έχουν να αντιμετωπίσουν τον επιθετικό ανταγωνισμό της Τουρκίας. Γιατί τουλάχιστον το ένα από τα δύο κράτη των Ελλήνων να μην είναι παρόντα στο κεντρικό τραπέζι της «Λέσχης Τραμπ»; Μάλιστα προτού αποφασίσει η Τουρκία τι θα κάνει. Ούτως ώστε μια τέτοια επιλογή να μην ετεροκαθορίζεται από τη στάση της Άγκυρας.

Φυσικά μπορεί να υπάρξει δυσαρέσκεια από την πλευρά ευρωπαϊκών ηγεσιών, αλλά αυτό είχε συμβεί και με τις εφαρμογές της τεχνολογίας 5G, όταν ο σημερινός πρωθυπουργός στην αρχή μάλιστα της πρώτης θητείας του είχε προχωρήσει σε τολμηρές επιλογές συζητώντας με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, που κάθε άλλο παρά έβλαψαν τα συμφέροντα της χώρας στη συνέχεια.

Εφημερίδα Απογευματινή