Διανύουμε ήδη μια προεκλογική χρονιά που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να μετατραπεί σε εκλογική χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση από τον μόνο αρμόδιο, που είναι ο πρωθυπουργός. Με τον αιφνιδιασμό των πρόωρων εκλογών που μόνο εκείνος μπορεί να προκηρύξει. Όχι αυτήν τη φορά γιατί υπάρχει σαφής πολιτική δυναμική, αλλά ακριβώς επειδή δεν υπάρχει. Είναι ίσως η πρώτη περίπτωση μεταπολιτευτικά που οδηγούμαστε προς τις κάλπες με τόσο ρευστό τοπίο και με ένα μόνο σχεδόν σταθερό (δημοσκοπικό) δεδομένο: την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας. Και τον δεύτερο (δημοσκοπικά) αρκετά μακριά από τον πρώτο.
Αυτή η πρωτιά, όμως, δεν αρκεί. Η ΝΔ δεν παίζει απλώς για το «πρώτο κόμμα». Παίζει για ένα ποσοστό που θα της δώσει αφενός ικανό αριθμό βουλευτών από τις πρώτες κάλπες και αφετέρου ένα πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα που θα λειτουργήσει σωρευτικά στη δεύτερη αναμέτρηση που λογικά θα ακολουθήσει. Χωρίς αυτό το κλίμα, η αυτοδυναμία απομακρύνεται – και μαζί της ακόμη και ένα άνετο σχήμα κοινοβουλευτικής κυριαρχίας αν οι 151 δεν πιαστούν.
Το ερώτημα είναι προφανές: υπάρχει αντιπολίτευση ικανή να εισπράξει τη φθορά της Νέας Δημοκρατίας; Για πρώτη φορά η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται δεύτερο στις περισσότερες μετρήσεις, αλλά παραμένει μακριά από έναν αριθμό που θα του επέτρεπε να μιλά με όρους εναλλακτικής εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια παρατεταμένη αναμονή: περιμένει τον Αλέξη Τσίπρα – και ο ίδιος μοιάζει να περιμένει κάτι που ακόμη δεν έχει αποφασίσει αν υπάρχει.
Η έλευση της Μαρίας Καρυστιανού αλλάζει το σκηνικό, κυρίως γιατί ενεργοποιεί ανθρώπους που μέχρι χθες δεν θα πλησίαζαν την κάλπη. Δεν είναι βέβαιο πού θα κατευθυνθεί αυτή η ενέργεια, είναι όμως βέβαιο ότι θα ασκήσει πίεση στο σύστημα. Η Πλεύση Ελευθερίας, παρά την εντυπωσιακή εκτόξευση κυρίως λόγω Τεμπών, παραμένει ασταθής και η πορεία της θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς και από ποιον τελικά θα απορροφηθεί αυτό το ρεύμα.
Ο Στέφανος Κασσελάκης παραμένει ένα πολιτικό ερωτηματικό, με τις δημοσκοπήσεις να τον κρατούν χαμηλά. Ο Κυριάκος Βελόπουλος αποτελεί τη μοναδική σταθερά της «βαριάς δεξιάς» διαμαρτυρίας, μαζί με το ΚΚΕ που από την άλλη πολιτική πλευρά κινείται πάντα σε γνώριμα και σταθερά ύψη. Ο κ. Βελόπουλος δείχνει ότι δύσκολα θα πέσει, αλλά εξίσου δύσκολα θα σκαρφαλώσει πολύ ψηλότερα.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο όλων είναι η απουσία οποιασδήποτε διάθεσης συνεννόησης. Όλοι κινούνται σαν να έχουν άπλετο χρόνο, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει εγκλωβισμένο σε ένα σχετικό αδιέξοδο: κανείς δεν καταρρέει, κανείς δεν απογειώνεται και όλοι προετοιμάζονται για μάχες χωρίς ξεκάθαρο στόχο. Πλην ενός ίσως, που είναι η Νέα Δημοκρατία, για την οποία βέβαια τα ποσοστά του 2019 και του 2023 δείχνουν άπιαστα όνειρα.
Ίσως τελικά το πιο κρίσιμο ερώτημα αυτών των εκλογών να μην είναι ποιος θα κερδίσει αλλά αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να σταθεί όρθιο σε ένα έδαφος που υποχωρεί. Και βέβαια μαζί του να σταθεί όρθια η χώρα σε μια διεθνή συγκυρία πρωτόγνωρη για τα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εφημερίδα Απογευματινή










