Ο υπουργός Άμυνας, Ν. Δένδιας, μιλά με μια πιο σκληρή γλώσσα και με σαφήνεια προς την Τουρκία. Κάνει τη δουλειά του. Είναι ο υπουργός Πολέμου. Ο επικεφαλής του υπουργείου Εξωτερικών, Γ. Γεραπετρίτης, και το επιτελείο στη Βασιλίσσης Σοφίας μιλούν πιο μαλακά, περιφραστικά, προς την Τουρκία, με επικλήσεις του Διεθνούς Δικαίου, της ανάγκης διαλόγου και της ανάγκης επίδειξης αμοιβαίου σεβασμού. Επίσης κάνουν τη δουλειά τους. Η διπλωματία, ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες έντασης, φροντίζει να έχει τους διαύλους επικοινωνίας ανοιχτούς. Η Ελλάδα σε όλες τις περιπτώσεις μιλά προς την τουρκική ηγεσία με την ίδια εθνική θέση. Δεν είναι καινούργια ή διαφορετική. Είναι ουσιαστικά αυτή που πάντα μετέδιδε και υποστήριζε η Αθήνα απέναντι στην Άγκυρα αλλά και διεθνώς. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και όχι η ελληνική θέση. Το υπογράμμισε και ο υπουργός Άμυνας σε τηλεοπτική συνέντευξη την προηγούμενη εβδομάδα, προκαλώντας διάφορα σχόλια από τον τουρκικό Τύπο.
Το ζήτημα είναι τι θα επιλέξει να κάνει στις παρούσες συνθήκες η Τουρκία. Οι ίδιες αμερικανικές εταιρείες δείχνουν ενδιαφέρον να δουλέψουν σε όλες τις περιοχές αναζητώντας πετρέλαιο ή αέριο. Και αποδώ και αποκεί. Η Ελλάδα έχει δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μέχρι και τα 12 ναυτικά μίλια. Κλιμακωτά στη βάση της γεωγραφίας. Από εκεί και πέρα, συζητήσεις με την Τουρκία για τον καθορισμό των ΑΟΖ. Αν διαφωνούμε σε κάτι, υπάρχει η μέθοδος της «μέσης γραμμής». Αν διαφωνούμε εκ νέου, υπάρχει και η προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο. Πάντως η προσφυγή σε τέτοιους βιαστικούς καιρούς στη διεθνή γεωπολιτική, με επανακαθορισμό των ζωνών επιρροής, δεν δείχνει και η πιο ρεαλιστική διέξοδος. Προϋπόθεση για κάθε συμφωνία είναι η αναγνώριση στη βάση του ισχύοντος Διεθνούς Δικαίου ότι τα νησιά έχουν χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, αντίστοιχα με το ηπειρωτικό έδαφος. Σε ποιον ανήκουν τα νησιά και πέραν του 25ου μεσημβρινού; Δεν τίθεται θέμα. Τόσο σε επίπεδο συνθηκών από τον προηγούμενο αιώνα όσο και σε επίπεδο πραγματικότητας. Είναι απολύτως ελληνικά και πλήρων δικαιωμάτων.
Αν η ηγεσία στην Άγκυρα συνεχίσει να μαγεύεται από τις εισηγήσεις και τους χάρτες με το Αιγαίο στη μέση -από τη Λήμνο μέχρι το Καστελόριζο– του συμβούλου Ιμπραήμ Καραγκιούλ (πρώην διευθυντικού στελέχους του εκδοτικού ομίλου της «Γενί Σαφάκ»), οδηγεί τις εξελίξεις σε πόλεμο. Δεν είναι δυνατόν να θεωρεί σοβαρά κάποιος στην Τουρκία ότι θα υπάρξει παραχώρηση από την Ελλάδα του μισού Αιγαίου με όλα τα νησιά από τον βορρά μέχρι την κατάληξη των Δωδεκανήσων. Οι δηλώσεις Δένδια είναι απολύτως ακριβείς. Η Ελλάδα δεν είναι μια αντάρτικη ομάδα όπως αυτές που χειραγωγεί, για παράδειγμα, η Άγκυρα με τις μυστικές υπηρεσίες στη Συρία ή αλλού. Ούτε ένα failed state όπως αυτά στην Αφρική που θα υπογράψει μαζί της συμφωνίες παραχώρησης κυριαρχίας. Η Ελλάδα έχει ανακτήσει σε μεγάλο βαθμό τις στρατιωτικές της δυνατότητες και στη συμμαχία της με το Ισραήλ -που επίσης αντιμετωπίζει με μέγιστη καχυποψία τις τουρκικές επιλογές και κινήσεις- θα πολεμήσει ολοκληρωτικά. Οι Άραβες, από την άλλη, δεν πρόκειται να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους υπέρ της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι το Ισλάμ δημιουργεί κάποιον σύνδεσμο. Η πολεμική εμπλοκή σημαίνει πρόβλημα για την Τουρκία και την οικονομία της. Όποια και να είναι η κατάληξη των εχθροπραξιών στο σύντομο χρονικό διάστημα που θα γίνουν, η ήδη δημοσιονομικά χρεοκοπημένη οικονομία της Τουρκίας θα καταρρεύσει. Ο ήδη φτωχοποιημένος λαός θα ξεσηκωθεί, και αυτά που βλέπουμε στο Ιράν θα τα δούμε κατ’ αναλογία στην Τουρκία.
Είναι κρίσιμο η Τουρκία να δηλώσει ότι θα μείνει εντός των συνόρων της. Η Ελλάδα παραδοσιακά το κάνει. Επειδή υπάρχει στον προγραμματισμό μια συνάντηση κορυφής στις 12 Φεβρουαρίου Μητσοτάκη – Ερντογάν, θα ήταν σπουδαίο να δηλώσει η Άγκυρα ότι θα μένει εντός των συνόρων της, αφήνοντας τις αστείες αλλά προκλητικές NAVTEX για δέσμευση περιοχών του Αιγαίου για δύο χρόνια. Το δίλημμα απλό: πόλεμος ή δουλειές; Να μας πει η Τουρκία τι προτίθεται να κάνει.
Εφημερίδα Απογευματινή










