Η πολιτική δεν είναι εμπορική συναλλαγή, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον σημερινό Αμερικανό πρόεδρο να συμπεριφέρεται ως συναλλασσόμενος στις σχέσεις της χώρας του με τις άλλες. Μπορεί η τακτική αυτή να φέρνει μερικά αποτελέσματα αλλά, αν εξαιρέσει κανείς μεμονωμένες περιπτώσεις, συνολικά η συγκεκριμένη πολιτική αποξενώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς, παρά την ισχύ της χώρας, οι παραδοσιακοί σύμμαχοί της ανασυντάσσονται ή προσβλέπουν αλλού. Εκεί που δεν θα ήθελε η Ουάσινγκτον να προσβλέπουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Καναδάς, η «αδελφοποιητή» χώρα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, που έχει στραφεί προς την Κίνα, τη μεγάλη αντίπαλο της Αμερικής, για εμπορικές συμφωνίες κατ’ αρχάς και ποιος ξέρει τι άλλου είδους συνεργασίες, αν ο Τραμπ συνεχίσει την αλαζονική του τακτική χωρίς να λογαριάζει κανέναν. Και βεβαίως αν δεν λογαριάζει και τυχόν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της τακτικής του αυτής.
Μια άλλη χώρα επίσης «αδελφοποιητή» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία, αντιδρά στα όσα κάνει ο Αμερικανός πρόεδρος, στρεφόμενη μάλιστα προς την Ευρώπη, την οποία εγκατέλειψε, με προοπτική -όσο κι αν αυτό μοιάζει περίεργο- να επανέλθει στους κόλπους της μετά το Brexit, θεωρώντας το… Κόντινεντ -όπως αποκαλούσαν την Ευρώπη με δόση ειρωνείας οι Εγγλέζοι- πιο αξιόπιστο από τη σημερινή Αμερική.
Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι και στο εσωτερικό της η Αμερική μοιάζει διχασμένη. Ούτε είναι τυχαίο ότι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές συμμετείχαν στις διαδηλώσεις των Δανών για την υπόθεση της Γροιλανδίας.
Το να ρίχνεις τους φίλους σου στην αγκαλιά αυτών που θεωρείς αντιπάλους σου δεν αποτελεί και την πιο έξυπνη τακτική. Διότι σταδιακά αυτό σημαίνει ότι η Αμερική, με την τακτική Τραμπ, από ΜΑGA (Make America Great Again), δηλαδή από το να καταστεί πάλι μεγάλη, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε MASA (Make America Small Again), δηλαδή να γίνει η Αμερική μικρή πάλι.
Από την άλλη πλευρά, η σημερινή αμερικανική εξωτερική πολιτική, που προβάλλει την ισχύ έναντι της συνεννόησης -παρά τις όποιες υπαναχωρήσεις έχει κάνει ο Αμερικανός πρόεδρος-, δημιουργεί σταδιακά κλίμα αντιαμερικανισμού μεταξύ των λαών, ειδικώς δε στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών (πλην δύο μόλις εξαιρέσεων, που αφορούν χώρες του πρώην Σιδηρού Παραπετάσματος). Και αυτό το κλίμα, που οι ηγεσίες κάθε χώρας δεν μπορούν να το παραβλέψουν, σε προοπτική ανοίγει περισσότερο το χάσμα που θέλησε να δημιουργήσει ο πρόεδρος Τραμπ μεταξύ της χώρας του και των άλλων.
Το κλίμα του αντιαμερικανισμού το έχουμε βιώσει στην Ελλάδα. Και πράγματι ήταν περίεργο σε μία χώρα η οποία ασφαλώς οφείλει πολλά στην (άλλοτε;) ηγέτιδα δύναμη της Δύσης, όσον αφορά την ένταξή της στις χώρες του ελεύθερου κόσμου, να διαπιστώνεται ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα διογκωνόταν ένα αίσθημα αντιαμερικανισμού. Ακόμη και ο λεγόμενος δεξιός Τύπος κρατούσε μια κριτική -ενίοτε δε και επικριτική- στάση, κάτι που ήταν αδιανόητο στο παρελθόν. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά τους εκπροσώπους στην Ευρώπη όχι απλώς της Δεξιάς αλλά και της Άκρας Δεξιάς, στη Γαλλία και στη Γερμανία με τους ηγέτες των κομμάτων αυτών να τάσσονται κατά του Τραμπ;
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο αντιαμερικανισμός «περιχαρακωνόταν» στις τάξεις των κομμουνιστών και των εκπροσώπων γενικώς της αριστερής ιδεολογίας. Και μάλλον δικαιολογημένα για τη συγκεκριμένη ιδεολογία, αφού ο αμερικανικός παράγοντας ήταν εκείνος που -αν παραβλέψουμε βεβαίως τις κυνικές συμφωνίες των «Μεγάλων» για το μοίρασμα του κόσμου, με συγκεκριμένα μάλιστα ποσοστά επιρροής- απέτρεψε τη διολίσθηση πολλών ευρωπαϊκών χωρών προς το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Η μετέπειτα περίοδος των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έκανε τις Ηνωμένες Πολιτείες να φαντάζουν στα μάτια των λιγότερο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών -μέσα στις οποίες ήταν και η Ελλάδα- ως γη της επαγγελίας, ήταν φυσικό να καλλιεργήσει φιλικά αισθήματα προς τις ΗΠΑ εκ μέρους της πολύ μεγάλης πλειονότητας των ευρωπαϊκών λαών. Τα αισθήματα αυτά επιχειρεί να μεταβάλει ο Αμερικανός πρόεδρος, αν λάβουμε υπόψιν τις ευρωπαϊκές δημοσκοπήσεις στις οποίες οι ευρωπαϊκοί λαοί κατακρίνουν την πολιτική Τραμπ (και τον ίδιον) έναντι της ηπείρου τους.
Το ερώτημα είναι αν ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αντιληφθεί ότι η πολιτική του ενισχύει έτσι στην ουσία τους αντιπάλους του στη διεθνή σκηνή, καθιστώντας τους, ειδικώς την Κίνα, πιο αξιόπιστους στα μάτια των πρώην φίλων του. Όταν μάλιστα για πολλούς πλέον λαούς είναι άδικος ο τρόπος επιβολής των αμερικανικών αντιλήψεων περί Διεθνούς Δικαίου.
Εφημερίδα Απογευματινή










