Συνταγματική Αναθεώρηση: Όταν θα πέσουν οι μάσκες

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιουργεί τις συνθήκες, προκειμένου να τοποθετηθούν άπαντες για μία δέσμη θεμάτων, όπου δεν χωρούν λαϊκίστικες προσεγγίσεις ή πολιτικά τερτίπια
11:00 - 4 Φεβρουαρίου 2026

Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να τραβήξει το χαρτί της συνταγματικής αναθεώρησης στην παρούσα χρονική συγκυρία, προφανέστατα και έχει ξεκάθαρες πολιτικές στοχεύσεις. Από τη μία, είναι σαφής η πρόθεσή του να αλλάξει την ατζέντα της επικαιρότητας και να καταδείξει ότι -παρά τη φθορά της κυβέρνησης- είναι εκείνος που εξακολουθεί να διαθέτει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην πολιτική σκακιέρα, έχοντας εξάλλου και τη μόνιμη πρωτιά στις δημοσκοπήσεις.

Από την άλλη, επιχειρεί να απευθυνθεί άμεσα στις δεξαμενές εκείνες των λεγόμενων θεσμικών ψηφοφόρων, τόσο για να υπογραμμίσει τη διαφορά του από τις δυνάμεις εκείνες που συλλήβδην ρέπουν προς τον λαϊκισμό όσο και για να βγάλει προς τα έξω την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να τοποθετηθεί με ενιαία φωνή και με «καθαρή» επιχειρηματολογία απέναντι σε ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα των εγχώριων κοινωνικών και πολιτικών προκλήσεων. Βλέπετε, άπαντες στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν πως η Χαριλάου Τρικούπη θα κοιτάξει και πάλι να ισορροπήσει μεταξύ της θεσμικής της παράδοσης και της ανάγκης να μην χαθεί εκ νέου το μομέντουμ μιας κρίσιμης κοινοβουλευτικής συγκυρίας υπό το βάρος των πιέσεων της -δεδομένα σκληρής έως και ακραίας- ρητορικής που θα επιστρατεύσουν και πάλι τα κόμματα τα οποία βρίσκονται κοντά -σε επίπεδο μετρήσεων- στο άλλοτε κραταιό Κίνημα.

Ως εκ τούτου, ο Μητσοτάκης επιχειρεί να… πετύχει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αφενός να υπενθυμίσει πως ο ίδιος παραμένει ο μοναδικός πόλος σταθερότητας για τη χώρα και κατ’ επέκταση εκείνος ο οποίος μπορεί να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που απαντούν στη νέα πραγματικότητα η οποία έχει διαμορφωθεί σε κάθε πτυχή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Αφετέρου, είτε να αφήσει το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη να εκτεθούν σε αυτά τα κρίσιμα μέτωπα, αποδεικνύοντας στην πράξη πως δεν υπάρχει πεδίο συγκυβέρνησης και ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη «γαλάζια» επιχειρηματολογία περί αυτοδυναμίας, είτε -σε περίπτωση που η αξιωματική αντιπολίτευση επιδείξει μια πιο θετική στάση, έστω και σε κάποιες παραμέτρους της όλης συζήτησης- να στρωθεί το χαλί για πιθανές συναινέσεις, με τον ίδιο να λαμβάνει τις δάφνες του εμπνευστή μιας τέτοιας διαδικασίας.

Την ίδια στιγμή πάντως, ουδείς μπορεί να λησμονήσει τον παράγοντα των νέων εσωτερικών διαφωνιών στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ (όπως συνέβη εμφατικά με το θέμα των μη κρατικών πανεπιστημίων), με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για το μονοπάτι στο οποίο θα εισέλθει έναν χρόνο πριν από τις εθνικές κάλπες και με φόντο την ευθεία αμφισβήτηση κορυφαίων στελεχών για τη στρατηγική Ανδρουλάκη.

Εκτός όμως από τα παραπάνω και τα όποια… προεκλογικά κίνητρα οδήγησαν τον πρωθυπουργό στο προχθεσινό διάγγελμα, είναι -αν μη τι άλλο- αναγκαίο να τεθούν με γενναιότητα επί τάπητος και στη δημόσια σφαίρα τα διακυβεύματα που ο ίδιος επεσήμανε ως κεντρικούς άξονες της αναθεώρησης. Έχοντας την αδιαμφισβήτητη ικανότητα να αντιλαμβάνεται το κάδρο των κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων, ο Μητσοτάκης -παράλληλα με την Οικονομία- βάζει στο τραπέζι και το ύψιστο θεσμικό ζήτημα των αλλαγών στο Σύνταγμα, απαντώντας σε όσους μιλούν για θεσμικές εκτροπές ή δυσλειτουργίες της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, χωρίς όμως να έχουν συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση ή τον μετασχηματισμό τους.

Σηκώνοντας λοιπόν το γάντι, η ηγεσία της κυβέρνησης δημιουργεί με την κίνηση αυτή τις συνθήκες προκειμένου να τοποθετηθούν άπαντες για μία δέσμη θεμάτων όπου δεν χωρούν λαϊκίστικες προσεγγίσεις ή πολιτικά τερτίπια. Και αν κάποιοι τα αντιμετωπίσουν με αυτόν τον τρόπο, τότε σ’ έναν πολύ μεγάλο βαθμό θα έχουν χαράξει συλλήβδην διαχωριστική γραμμή με κάθε πολίτη, οργισμένο ή μη, που βλέπει με μία μίνιμουμ ψυχραιμία τα πράγματα, ανεξαρτήτως βεβαίως του ακροατηρίου στο οποίο στοχεύει η κάθε πολιτική δύναμη. Γιατί, αλήθεια, ποιος σώφρων νους θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να συζητηθεί εκ νέου ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, που στοιχειώνει κάθε κρίση του εγχώριου πολιτικού συστήματος και συνιστά… καραμέλα για όσους υπερθεματίζουν στη λογική της διαφορετικής αντιμετώπισης των πολιτικών στελεχών από τους υπόλοιπους Έλληνες; Ποιος πιστεύει ότι δεν θα πρέπει να προσαρμοστούν οι προβλέψεις περί μη κρατικών πανεπιστημίων στη σύγχρονη πραγματικότητα ή να οδηγηθεί σε μια πολύ διαφορετική διάσταση μια παράμετρος, όπως η μονιμότητα στο Δημόσιο; Τα υπόλοιπα επί της οθόνης…

Εφημερίδα Απογευματινή