Με αφορμή τα όσα έχουν αποκαλυφθεί για τον αυτοανακηρυχθέντα σχεδόν σε ισόβιο πρόεδρο της ΓΣΕΕ και τις οικονομικές ατασθαλίες για τις οποίες έχουν επιληφθεί οι αρμόδιες Αρχές και η Δικαιοσύνη, είναι σκόπιμο ίσως να ρίξουμε μια ματιά στον ελληνικό συνδικαλισμό.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο συνδικαλισμός ως θεσμός παραμένει μια κορυφαία κατάκτηση των εργαζομένων. Υπό μία προϋπόθεση. Ότι σε κάθε ενέργειά του, ως οργάνωσης ή των ηγετικών φορέων του, φροντίζει να διασφαλίζει το κύρος του ώστε αυτό να μην ευτελίζεται στο όνομα της εξυπηρέτησης είτε προσωπικών συμφερόντων είτε κομματικών σκοπιμοτήτων.
Στην Ελλάδα και ανεξαρτήτως του τι έχει αποκαλυφθεί στην υπόθεση του προαναφερθέντος αρχισυνδικαλιστή -τουλάχιστον με βάση τα χρόνια που ηγείται συνδικαλιστικών οργανώσεων- έχουμε κατ’ αρχάς έναν υποκινούμενο από κόμματα συνδικαλισμό που κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί τα πραγματικά συμφέροντα των τάξεων που εκπροσωπεί. Με άλλα λόγια, στη χώρα μας ο συνδικαλισμός παραμένει χειραγωγημένος από πολιτικές παρατάξεις, με αποτέλεσμα να έχει αναδείξει όλα τα μειονεκτήματά του που δεν λες και ότι εξυπηρετούν τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Πρώτον, οι κατευθυνόμενοι συνδικαλιστές, ειδικώς μάλιστα όταν είναι υψηλά στην ιεραρχία, δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων. Εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα και τις πρόσκαιρες σκοπιμότητες των κομμάτων στα οποία ανήκουν και από τα οποία λαμβάνουν εντολές.
Δεύτερον, με τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο συνήθως λειτουργούν, καταστρατηγούν στοιχειώδεις δημοκρατικούς κανόνες, όπως είναι η έννοια του σεβασμού της πλειοψηφίας και της αντίθετης άποψης.
Τρίτον, ακριβώς επειδή τα κόμματα φροντίζουν να χρησιμοποιούν τους συνδικαλιστές ως πολιτικές αιχμές, σε πολλές περιπτώσεις ζητημάτων πολιτικής σπουδαιότητας φαλκιδεύουν στην ουσία τον πραγματικό τους ρόλο, που είναι η προώθηση των αληθινών συμφερόντων των εργαζομένων. Και όχι, βεβαίως, η ευκολότερη προώθηση ή η παρεμπόδιση της εφαρμογής μιας κυβερνητικής πολιτικής, αναλόγως αν πρόκειται περί συνδικαλιστών που πρόσκεινται στην εκάστοτε κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση.
Τέταρτον, δεν είναι δυνατόν να θεωρούνται αυθεντικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων αυτοί που χρησιμοποιούν -με τη συναίνεση και των κομμάτων που τους υποστηρίζουν- τον συνδικαλισμό ως εφαλτήριο για μεταπήδηση στην πολιτική. Διότι έχουμε και τέτοια φαινόμενα στην πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης.
Τα συνδικάτα σε όλες τις ευνομούμενες ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν εκ των βασικών κεφαλαίων ανάπτυξης και προόδου. Στις σκανδιναβικές χώρες, τις οποίες έχει ως πρότυπο το ελληνικό σοσιαλιστικό κόμμα στο οποίο ανήκει και ο ελεγχόμενος πρόεδρος της ΓΣΕΕ, τα συνδικάτα έρχονται αρωγοί της όποιας κυβερνητικής πολιτικής αποβλέπει στην αντιμετώπιση οικονομικών κρίσεων και δεν υπερθεματίζουν σε μια οικονομική καταστροφή, στην οποία οδηγούν άκαιρες και άκριτες διεκδικήσεις. Η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως εκπροσωπείται από τις διάφορες συνδικαλισμένες παρατάξεις, οφείλει να αντιληφθεί ότι είναι μέρος ενός συστήματος στο οποίο όλοι καλούνται να συνεργήσουν για το κοινό όφελος. Και, βεβαίως, όχι με συντεχνιακή αντίληψη. Διότι με τη λογική αυτή όλοι θα βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με όλους και θα βρισκόμαστε ενώπιον του φαινομένου μιας διαταραγμένης κοινωνίας, όπου θα ισχύει το ιδεώδες του Καραγκιόζη: «Τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου». Γι’ αυτό και η Νέα Δημοκρατία στο παρελθόν είχε αποτολμήσει να προτείνει την κατάργηση του κομματικού συνδικαλισμού. Διότι εκφυλίζεται συνήθως -και εν πάση περιπτώσει στην Ελλάδα- σε έναν αποκλειστικά κομματικό σύμμαχο και σε τροχοπέδη οποιασδήποτε αναπτυξιακής προσπάθειας και προοδευτικής μεταρρύθμισης.
Βεβαίως, από τη στιγμή που ο συνδικαλισμός εξελίχθηκε σε επάγγελμα, περιβαλλόμενος συγχρόνως και κομματικό μανδύα, έπαψε να υπάρχει και η λογική. Ο συνδικαλισμός στις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες λειτουργεί με γνώμονα την ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων εργοδοτών και εργαζομένων, προς όφελος των τελευταίων. Και βεβαίως επειδή ο συνδικαλισμός είναι ανεξάρτητος πραγματικά και δεν κατευθύνεται από κανένα ΠΑΣΟΚ ή, κυρίως, ΚΚΕ, γνωρίζει πώς να στηρίζει τα συμφέροντα των μελών του. Λ.χ. κατ’ επανάληψη την τελευταία πεντηκονταετία, στις σκανδιναβικές χώρες το κοινωνικό μοντέλο εκεί είχε την εξής αναγκαστική εφαρμογή: την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης, απολύτως εγγυημένης, με αντάλλαγμα προσωρινούς περιορισμούς στις μισθολογικές αυξήσεις ή ακόμη και μισθολογικές περικοπές, για όσο διάστημα διαρκούσε μια οικονομική κρίση!!
Μάλλον πολλά ζητάμε με το να θέλουμε σε τέτοια ζητήματα να γίνουμε Σκανδιναβοί. Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, που τραγουδούσε και μια ψυχή…
Eφημερίδα Απογευματινή










