Διαβάζοντας μία έρευνα που διεξήχθη σε πέντε ευρωπαϊκές πόλεις (δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή»), πέραν των αντιφατικών στοιχείων που εντοπίζονται -όπως και σε κάθε έρευνα της κοινής γνώμης, βεβαίως-, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα δύο στοιχεία που δείχνουν το ολιγότερο μία άγνοια της πραγματικότητας από τους ερωτωμένους και κυρίως από τους νέους που περιελήφθησαν στην έρευνα αυτή.
Για παράδειγμα. Υποβάλλεται το ερώτημα αν θεωρούν (οι νεότεροι) ότι η γενιά τους ζει καλύτερα ή χειρότερα από τη γενιά των γονιών τους. Η απάντηση που δίδεται από τους ερωτηθέντες Έλληνες είναι ότι η γενιά τους ζει χειρότερα σε ποσοστό περίπου 60% (για την ακρίβεια 59,9%)!
Για να αξιολογήσει κανείς την απάντηση, που δείχνει μία επιπολαιότητα, είναι χρήσιμο να διερωτηθεί τι είναι αυτό που τους κάνει να θεωρούν ότι διαβιούν υπό μειονεκτικές συνθήκες για τους ίδιους. Ίσως -λέω εγώ- θεωρούν απαράδεκτο ότι δεν τους αφήνουν ελεύθερους όταν πλακώνονται μεταξύ τους στους δρόμους ή καταφεύγουν γενικώς σε πράξεις βίας, αλλά συλλαμβάνονται. Μπορεί επίσης, παρά το γεγονός ότι συνήθως είναι ανεξέλεγκτοι από τις οικογένειές τους, να θεωρούν ότι και η παραμικρή παρατήρηση συνιστά στέρηση ελευθερίας!
Προσπαθώ να διαπιστώσω τελικά τι είναι αυτό που κάνει τους νέους να θεωρούν ότι ζουν χειρότερα από ό,τι η γενιά των γονιών τους. Διότι όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο δύσκολες ήταν οι συνθήκες και χρειάζονταν μεγαλύτερες προσπάθειες για να αντεπεξέλθει κανείς. Με πιο πρόσφατο παράδειγμα την περίοδο της οικονομικής κρίσης ή και μετέπειτα της πανδημίας, που το φορτίο αυτό το επωμίσθηκαν οι γονείς και όχι αυτοί που θεωρούν ότι σήμερα… υποφέρουν. Πράγματι είναι πολύ δύσκολο να διακριβώσει κανείς τι είναι αυτό που κάνει τις σημερινές γενιές -που, επαναλαμβάνω, μοιάζουν σήμερα περισσότερο ανεξέλεγκτες από τις οικογένειές τους- να θεωρούν ότι οι γονείς τους ζούσαν καλύτερα.
Ανάλογης διακρίβωσης των αιτίων της απάντησης που δόθηκε είναι αυτή που αφορά τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα των ερωτωμένων. Η Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, συγκεντρώνει το υψηλότερο ποσοστό δυσαρέσκειας από τον τρόπο που λειτουργεί σε εμάς η δημοκρατία. Το αρνητικό ποσοστό ανέρχεται σε 76%! Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς θα ήθελαν να λειτουργεί το πολίτευμα. Ίσως απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στον Παπαρρηγόπουλο, στην «Ιστορία» του οποίου ο ίδιος παρατηρεί ότι είμαστε ένας λαός που δεν θέλει να κυβερνάται. Ή ίσως στη διαπιστωμένη από τη διαχρονική πολιτική ιστορία της χώρας ότι είμαστε ένας λαός που αναγνωρίζει στον εαυτό του μόνο δικαιώματα και καμιά υποχρέωση.
Βεβαίως έτσι τον συνήθισαν οι πολιτικάντηδες που αφθονούν στην ελληνική ιστορία. Οπότε μάλλον δικαιολογείται ότι είναι δυσαρεστημένοι με τη δημοκρατία στη χώρα, που, ανεξαρτήτως της κατά καιρούς κακοποίησής της, εν πάση περιπτώσει έχει συγκεκριμένους θεσμούς που κάνουν τη χώρα να λειτουργεί ως κανονική…
Εφημερίδα Απογευματινή










