Η γεωπολιτική δεν είναι «στοίχημα» μιας ημέρας

Υπουργοί, αξιωματούχοι και επιχειρηματίες πηγαινοέρχονται σε συνεχή βάση στη διαδρομή Αθήνα - Ουάσινγκτον, ενώ η Ελλάδα λογίζεται και στην Ευρώπη φυσικά ως ισχυρός «παίκτης»
10:40 - 26 Φεβρουαρίου 2026

Η Ελλάδα ήταν συνηθισμένη σε τρίτους ρόλους στο διεθνές γίγνεσθαι. Ακόμη και για μέτωπα που αφορούσαν τις ευρύτερες γεωπολιτικές της περιφέρειες. Υπό την έννοια αυτή η λογιζόμενη ως «μεσαία» και με ιδιαίτερες αναφορές για την αξιακή ταυτότητα της Δύσης, στη Νότιο Ευρώπη, τη Βαλκανική και την Ανατολική Μεσόγειο, Ελλάδα δεν είχε καμία ιδιαίτερη σημασία για τα επιτελεία σχεδιασμού και τις ηγετικές ομάδες αποφάσεων στις πρωτεύουσες των κεντρικών δυνάμεων ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Η συνήθης επικέντρωση της προσοχής των εγχώριων ηγεσιών στην εξωτερική πολιτική κατά κύριο λόγο αφορούσε τον ανταγωνισμό και την ανάσχεση της επιθετικότητας της Τουρκίας. Επίσης σε κρίσιμες ή ρευστές περιόδους της ιστορίας η Ελλάδα είχε προβληματισμούς για ανακατατάξεις στη βαλκανική «αυλή», όπως συνήθως αναφερόταν.

Οι κυβερνήσεις των Αθηνών συνήθως χρησιμοποιούσαν ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής για να δημιουργούν εντυπώσεις στο εσωτερικό και απέφευγαν να λαμβάνουν θέση σε ζητήματα αιχμής για να μην εκτεθούν ή ρισκάρουν στο εξωτερικό. Οι κύριες στρατηγικές που καθόρισαν όχι μόνο τη θέση αλλά και την ταυτότητα της χώρας μεταπολεμικά ήταν σε μια πρώτη φάση η ένταξη στο ΝΑΤΟ και έπειτα από κάποιες δεκαετίες προετοιμασίας και διαβουλεύσεων με τη μόνιμη στήριξη των Γάλλων η ένταξη στην ΕΟΚ.

Στη θεσμική μνήμη των πολιτικών ελίτ της Ελλάδας, όχι στην παρούσα φάση αλλά ως προς την παραδοσιακή αντίληψη, κοινός τόπος είναι η επιλογή της αδράνειας και της απουσίας στη διεθνή γεωπολιτική. Αλλά και σε σχέση με αυτά που με κάπως μεγαλόπρεπο τρόπο ορίζονται ως «εθνικά θέματα». Είναι χαρακτηριστικό ότι στις «ιστορικές», λόγω της σπανιότητάς τους, επισκέψεις Αμερικανών επισήμων στη χώρα μας ή αντίστοιχα πρωθυπουργών και υπουργών Εξωτερικών στην Ουάσινγκτον το πρόβλημα ήταν να μη μας πιέσουν για παραχωρήσεις και συμβιβασμούς στα σημεία, εννοείται, έναντι της Τουρκίας.

Ο ίδιος ο λαός των Ελλήνων είχε «εκπαιδευθεί» σε αυτή την ακινησία και ανυπαρξία, θεωρώντας ως εθνική πολιτική την ανιαρή επανάληψη των κοινοτοπιών για τους ξένους ηγέτες ή αξιωματούχους περί παραπομπής της ελληνοτουρκικής διαφοράς στη Χάγη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της στρατηγικής αδράνειας ότι όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα δεν είχε κάνει σε κανένα μέτωπο -ούτε δυτικά προς την Ιταλία- συμφωνία για επέκταση των ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης. Επίσης ότι από τη δεκαετία του 1970 μέχρι το 2011 (νόμος Μανιάτη) ή και πριν από λίγους μήνες δεν προώθησε συμφωνίες με διεθνείς εταιρείες -κυρίως αμερικανικές- για την έρευνα και την εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός των συνόρων της, ακόμη και πολύ μακριά από τις ζώνες αντιπαράθεσης με την Τουρκία. «Κρεσέντο» όλης αυτής της σχεδόν μόνιμης γεωπολιτικής θεώρησης διαδοχικών κυβερνήσεων ήταν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η ανάδειξη του Σκοπιανού ως δεύτερου κατά σειρά εθνικού κινδύνου μετά τα Ελληνοτουρκικά.

Πριν από περίπου 15 χρόνια η Ελλάδα ανέπτυξε βαθμηδόν γεωπολιτική, περιφερειακή στρατηγική. Όλα ξεκίνησαν από τις κυβερνήσεις συνασπισμού εν μέσω μνημονίων και δημοσιονομικής χρεοκοπίας, στην αρχή δειλά, επί των ημερών της διακυβέρνησης Τσίπρα, με παρουσία Πάιατ στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, εξελίχθηκε με περισσότερη πεποίθηση και οργάνωση για να φθάσουμε στη διακυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη πλέον, όπου όλα απέκτησαν όγκο και δυναμική. Οι σχέσεις με Ισραήλ, Αίγυπτο, Κύπρο ανέδειξαν την ανατολική διαδρομή πριν από το 2018 και τη διακήρυξη περί «Συμφωνιών του Αβραάμ». Οι διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Ελλάδας έγιναν παραγωγικές και ουσιαστικές. Φθάνουμε στο σήμερα, όπου σε μια δημιουργική κλιμάκωση μιλάμε για Κάθετο Διάδρομο, IMEC, «3+1» νότιο διάδρομο προς την Αφρική μέσω Αιγύπτου και τώρα πλέον και για τις «Συμφωνίες των Εθνών» που προωθεί ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Νετανιάχου.
Υπουργοί, αξιωματούχοι και επιχειρηματίες πηγαινοέρχονται σε συνεχή βάση στη διαδρομή Αθήνα – Ουάσινγκτον, ενώ η Ελλάδα λογίζεται και στην Ευρώπη φυσικά ως γεωπολιτικός «παίκτης». Ανάλογα με το μέγεθος, τις δυνατότητες και τη γεωγραφία της. Μιλώντας για γεωπολιτική, πολλοί από το παρελθόν επιχειρούν να μιλήσουν μηδενιστικά. Ο υπουργός Παπασταύρου εξήγησε στους Έλληνες από την αρχή για παράδειγμα ως προς τον Κάθετο Διάδρομο ότι θα είναι «μαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας». Γιατί η γεωπολιτική δεν είναι ποτέ «στοίχημα» μιας ημέρας.

Εφημερίδα Απογευματινή