Ευρωπαϊκή άμυνα: Τρεχάτε ποδαράκια μου…

Θα έπρεπε η ΕΕ να είχε αντιληφθεί τη σκοπιμότητα της στρατιωτικής αυτονόμησής της πολύ πριν την αναγκάσει ο Τραμπ, και μάλιστα με τους δικούς του όρους, με τους οποίους επιχειρεί να δημιουργήσει οφέλη για τη βιομηχανία της χώρας του
14:16 - 28 Φεβρουαρίου 2026

Στις πιέσεις που ασκεί στην Ευρώπη ο Τραμπ είναι και η απαίτησή του να αγοράζουν οι Ευρωπαίοι για την άμυνά τους -που παρεμπιπτόντως τους αναγκάζει να τη φροντίζουν μόνοι τους πλέον- αμερικανικά όπλα.

Το τι θα κάνουν τελικώς τα ευρωπαϊκά κράτη για τους εξοπλισμούς τους και κυρίως αν θα υποκύψουν στις πιέσεις αυτές Τραμπ ή θα ενισχύσουν τη δική τους αμυντική βιομηχανία είναι κάτι που θα φανεί το προσεχές διάστημα. Κυρίως δε, θα αποδειχθεί αν και στο θέμα αυτό οι Ευρωπαίοι είναι διχασμένοι ή έχουν -που δεν έχουν- κοινή πολιτική.

Μπορεί το όραμα των Μονέ και Σούμαν για μια ενιαία Ευρώπη να έχει επιχειρηθεί -όχι με πολύ φανατισμό, είναι η αλήθεια- να γίνει πραγματικότητα, όμως δεν μπορεί να παραγνωρίσει κανείς ότι τα άλματα που έχει κάνει η Γηραιά Ήπειρος στον τομέα αυτόν είναι δυσανάλογα προς το βάρος της ενοποίησης που καλείται να σηκώσει.

Πρώτον, οι ανισότητες παραμένουν μεγάλες μεταξύ των περισσοτέρων κρατών. Όχι τόσο ανισότητες οικονομικές, όσο αντιλήψεων και διάθεσης για να επιτευχθεί ένας κοινός στόχος, διότι παραμένουν ακόμη ισχυρά τα εθνικά αντανακλαστικά.

Δεύτερον, μέρος της εθνικής κυριαρχίας, όσο προχωρεί η εμβάθυνση της ενοποίησης, είναι λογικό να «σαλαμοποιείται». Και αυτήν τη στιγμή κανείς δεν έχει τη διάθεση να υποστεί πλήρως τη θυσία αυτήν. Ιδίως οι ισχυρές χώρες της Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά τη νομισματική ενοποίηση κρίθηκε αναγκαία η σύμπηξη ενός νέου ισχυρού άξονα, του γαλλογερμανικού.

Στο παρελθόν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κρίσεων η Ευρώπη επιβεβαίωσε ότι στερείται μια ενιαία εξωτερική και αμυντική πολιτική. Και είναι αμφίβολο αν θα κατορθώσει τελικώς την επιζητούμενη πολιτική ενοποίηση, η οποία ασφαλώς είναι δυσκολότερη υπόθεση από την οικονομική.

Το θέμα είναι αν οι ευρωπαϊκοί λαοί, και κυρίως οι ηγεσίες τους, επιθυμούν πράγματι η Ευρώπη να διαδραματίζει ρόλο στη διεθνή σκηνή απέναντι σε οιαδήποτε υπερδύναμη. Άλλως θα είναι μια παρωχημένη ήπειρος, όπως τη χαρακτήρισε στο παρελθόν ένας υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ και με το οποίο ασφαλώς συμφωνεί, εμπράκτως μάλιστα, ο σημερινός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

 

Το ενθαρρυντικό στοιχείο για το παρεμβατικό μέλλον της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή είναι ότι, έστω και υπό την αμερικανική πίεση, οι περισσότερες ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι η Γηραιά Ήπειρος πρέπει να ενισχύσει τη στρατιωτική της ισχύ, αν πράγματι επιθυμεί να διαδραματίσει έναν αξιόπιστο ρόλο παγκοσμίως και να αποτελέσει έναν ισότιμο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ισχυρή διπλωματία συναρτάται προς την ισχύ των όπλων.

Πριν από χρόνια -δηλαδή πριν αφήσει η Αμερική και ο πρόεδρός της στα κρύα του αμυντικού λουτρού τη Γηραιά Ήπειρο- είχε συνταχθεί η επονομαζόμενη Έκθεση Μοριλόν, που είχε μάλιστα υιοθετηθεί από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Κάποια σημεία της Έκθεσης αυτής είχαν ενδιαφέρον:

-Η πρόταση για αυτονομία στρατιωτικής δράσης του αμυντικού βραχίονα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτι που δεν έγινε βεβαίως και έπρεπε να περάσει τουλάχιστον μία εικοσαετία, και μάλιστα να επιβληθεί αυτή η ανάγκη έξωθεν.

-Η διαμόρφωση μιας συλλογικής άμυνας, ανάλογης προς αυτήν που προβλέπει το ΝΑΤΟ, στην οποία θα μετέχει οποιοδήποτε κράτος-μέλος θα εξέφραζε ανάλογη επιθυμία.

Η Ευρώπη φάνηκε τότε ότι ξυπνούσε, αλλά απλώς αυτό ήταν τελικώς μια ψευδαίσθηση. Θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί τη σκοπιμότητα της στρατιωτικής αυτονόμησής της πολύ πριν την αναγκάσει ο πρόεδρος Τραμπ, και μάλιστα με τους δικούς του όρους, με τους οποίους επιχειρεί να δημιουργήσει οφέλη για την αμυντική βιομηχανία της χώρας του.

Η Ευρώπη θα έπρεπε να είχε εντάξει, στο πλαίσιο της σταδιακής μεταμόρφωσής της σε μία ομοσπονδία κρατών, και την εξωτερική και την αμυντική πολιτική, οι οποίες αποδείχθηκε ότι κάθε άλλο παρά κοινές είναι μέχρι στιγμής.

Η αυτονόμηση της Ευρώπης και στον αμυντικό τομέα έρχεται ως στόχος μάλλον αργά. Είναι μεν ένας στόχος ευπρόσδεκτος, καθότι αναγκαίος, αλλά και δύσκολος. Απλώς στον Ευρωπαίο πολίτη δικαιολογημένα μένει η απορία πώς θα επιτευχθούν τα μείζονα, αφού οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν στα ελάσσονα.

Εφημερίδα Απογευματινή