Στις 26 Ιανουαρίου του 2025 πρώτα κι έπειτα έναν μήνα αργότερα, ακριβώς στη δεύτερη επέτειο του τραγικού σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους και τις πλατείες σε όλη σχεδόν την επικράτεια, διαδηλώνοντας μαζικά και ζητώντας δικαιοσύνη. Εκτιμήσεις υπολογίζουν μάλιστα τον κόσμο που συγκεντρώθηκε συνολικά εκείνο το κυριακάτικο πρωινό της 26ης Ιανουαρίου σε όλη την Ελλάδα σε πάνω από 1.000.000. Το αίτημα για δικαιοσύνη, για απόδοση ευθυνών, για αλήθεια φάνηκε να διατρέχει οριζόντια την ελληνική κοινωνία και -κατά το κοινώς λεγόμενο- φάνηκε να τη σηκώνει για τα καλά από τον καναπέ της.
Έναν χρόνο αργότερα, στην τρίτη επέτειο του πολύνεκρου δυστυχήματος, οι συγκεντρώσεις ήταν μεγάλες αλλά θεαματικά μικρότερες σε όγκο και σε ένταση από αυτές του 2025. Εκτιμήσεις δεν είναι εύκολο να γίνουν, αλλά σε γενικές γραμμές οι συμμετέχοντες πρέπει να αντιστοιχούν σε αριθμό περίπου στο 20%-30% των περσινών σε πανελλαδικό επίπεδο.
Το κίνημα σαφώς δεν έσβησε, ούτε «ξεφούσκωσε», αλλά συρρικνώθηκε. Και μάλιστα κατά πολύ. Και οι αιτίες για αυτό είναι συγκεκριμένες. Κατά πρώτον, έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο που ήταν στην ουσία η κινητήριος δύναμη πίσω από το κίνημα αυτό: τη Μαρία Καρυστιανού. Τους πρώτους μήνες μετά την ολέθρια σύγκρουση των τρένων στην κοινωνία υπήρχε θλίψη, υπήρχε οργή, αλλά αυτό δεν είχε μετασχηματιστεί σε κάτι ευρύτερο. Ώσπου εμφανίστηκε ένα πρόσωπο.
Έντεκα μήνες μετά το δυστύχημα, στα τέλη Ιανουαρίου του 2024, η κυρία Καρυστιανού, μητέρα της 20χρονης αδικοχαμένης φοιτήτριας Μάρθης Ψαροπούλου, κατέθεσε ως μάρτυρας στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για «τη διερεύνηση του εγκλήματος των Τεμπών» και συγκίνησε με την παρουσία της το πανελλήνιο. Με τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παρεμβάσεις της το επόμενο διάστημα και με αναρτήσεις στα social media κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην έρευνα για την απόδοση ευθυνών και προσωποποίησε ουσιαστικά το κίνημα που ήταν ακόμα στα σπάργανα.
Η λαοθάλασσα ωστόσο της περσινής διπλής συγκέντρωσης έδωσε αέρα στα πανιά της, όχι στην κατεύθυνση να διογκωθεί κι άλλο το κίνημα αυτό και να αποτελέσει έναν πιο ισχυρό μοχλό πίεσης, αλλά στην κατεύθυνση να αποκτήσει πολιτικά χαρακτηριστικά και να μετουσιωθεί σε ένα νέο κόμμα με επικεφαλής την ίδια. Κάτι μάλιστα που είχε διαψεύσει πολλάκις – πριν τελικά το επιβεβαιώσει. Στο σημείο αυτό ξεκίνησε η αποξένωση με σημαντική μερίδα πολιτών που έβλεπαν στο πρόσωπό της τη «Μαρία των Τεμπών» και όχι τη «Μαρία της Βουλής». Η αποξένωση εντάθηκε όταν με τις πρώτες της δηλώσεις ως εν δυνάμει αρχηγός ενός εν δυνάμει κόμματος υιοθέτησε ακραίες θέσεις για ζητήματα όπως το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση ή οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το άλλο σημείο που σίγουρα ξένισε πολλούς ήταν οι έριδες που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό του συλλόγου των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών. Οι πρώτες αναπτύχθηκαν αρκετό καιρό πριν, όταν συνολικά 26 από τις οικογένειες των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στα Τέμπη δήλωσαν την αρχική αντίθεσή τους με τη συναυλία που διοργανώθηκε στο Καλλιμάρμαρο και το αντίτιμο των 15 ευρώ που ορίστηκε για την είσοδο. Στην πορεία κάποιοι συγγενείς άρχισαν να αποστασιοποιούνται και από τις θεωρίες για το υλικό σε βαγόνι της εμπορικής αμαξοστοιχίας που εμφανίζεται να προκάλεσε την πυρόσφαιρα, τις οποίες άλλοι συγγενείς (και κυρίως οι δικηγόροι τους) υποστήριζαν με πάθος.
Στη συνέχεια ήρθαν και οι αντιδράσεις, πάλι εντός των κόλπων του συλλόγου των συγγενών, για τα χρήματα εκείνης της συναυλίας, που φέρεται να ξεπέρασε το μισό εκατομμύριο ευρώ σε έσοδα, και πώς αυτά αξιοποιήθηκαν. Οι έριδες κορυφώθηκαν πριν από έναν μήνα, όταν η κυρία Καρυστιανού παραιτήθηκε από την προεδρία του συλλόγου, καταγγέλλοντας «συνεχείς “τρικλοποδιές”» και εκ των έσω και λέγοντας ότι «εντέλει ο διχασμός επικράτησε». Η εικόνα της Μαρίας Καρυστιανού τον Φεβρουάριο του 2025, που την περίμενε όλη η πλατεία Συντάγματος να μιλήσει στο βήμα, με την εικόνα του Φεβρουαρίου του 2026, που δεν κατάφερε καν να φτάσει στο βήμα, είναι ενδεικτική.
Η ίδια θα ακολουθήσει πλέον την πολιτική διαδρομή που επέλεξε και θα κριθεί, όπως κρίνονται όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί και όλα τα κόμματα. Η φλόγα του κινήματος, που είδαμε πέρυσι τέτοια εποχή στους δρόμους της Αθήνας και πολλών ακόμα πόλεων, συρρικνώθηκε, τρεμοπαίζει, αλλά δεν έχει σβήσει. Η ευθύνη πλέον πέφτει στις πλάτες των δικαστών στη Λάρισα, που από τις 23 Μαρτίου και για τα δύο ή και τρία επόμενα χρόνια έχουν μία πολύ δύσκολη και σύνθετη αποστολή να φέρουν εις πέρας. Έχουμε εμπιστοσύνη ότι θα την εκτελέσουν με ακεραιότητα και με επιτυχία.
Εφημερίδα Απογευματινή










