Υπάρχει άραγε «πατριωτική Αριστερά»;

Είναι τέτοιες οι αντιλήψεις στην τρόικα ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς και Αλέξη Τσίπρα, ώστε καταγράφονται πλέον και εσωτερικές αντιδράσεις
10:40 - 5 Μαρτίου 2026

Δεν είναι απλώς ανιστόρητος αλλά μια πλήρης απογοήτευση ο τρόπος που τοποθετείται η Αριστερά στην ελληνική κινητικότητα που επιδείχθηκε για την αμυντική προστασία της Κύπρου αλλά και της Καρπάθου στα Δωδεκάνησα. Οι επιλογές της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, οι έγκαιρες και αποφασιστικές αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, που έχει στην Ελλάδα τον ρόλο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, η -για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες- παρουσία της χώρας ως ναυτικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, οι κεντρικές αποφάσεις στο πλαίσιο των στρατηγικών και περιφερειακών συμμαχιών που διατηρεί, είναι ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν μια γενικότερη συναίνεση, ενδεχομένως με κάποιες αποκλίσεις, στο Κοινοβούλιο.

Και όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ειδικά η Αριστερά, που εκπροσωπείται από μια πλειάδα κομματικών σχηματισμών, δείχνει τόσο κλεισμένη στον δογματισμό και τις εμμονές της που δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει ούτε κατά προσέγγιση τη στρατηγική που εξυπηρετεί τα -καλώς νοούμενα- εθνικά συμφέροντα και τη διεθνή πολιτική της χώρας. Ας αφήσουμε στην άκρη το ΚΚΕ και την Πλεύση Ελευθερίας, ως αντιδραστικά, δογματικά κόμματα, από τα οποία δεν περιμένεις ούτε ορθολογισμό ούτε -πολύ περισσότερο- ρεαλισμό.

Ας μιλήσουμε για τους υπόλοιπους. Την τρόικα ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς και Αλέξη Τσίπρα, που έχουν ασκήσει και διακυβέρνηση ή τουλάχιστον μπορεί να πιστέψει κάποιος μετριοπαθής και καλοπροαίρετος ότι δύνανται να δουν την πραγματικότητα με κάποια κριτική μεν αλλά πραγματιστική ματιά. Τι υποστήριξαν οι Φάμελλος, Χαρίτσης, Τσίπρας; Ουσιαστικά ένα «όχι σε όλα»:

– Αυτονόητη και αδιαπραγμάτευτη μεν η στήριξη στην Κύπρο, αλλά η αποστολή πολεμικών πλοίων, αεροπλάνων και antidrone συστημάτων μήπως εμπλέκει την Ελλάδα στον πόλεμο; Ή μήπως τελικά εξυπηρετεί τις βρετανικές βάσεις στο νησί;

Να μην επιτραπεί στους Αμερικανούς να κάνουν χρήση της ναυτικής βάσης της Σούδας για logistics, παρά τη στρατηγική συμφωνία μαζί τους ή το πλαίσιο συνεργασίας στις στρατιωτικές βάσεις.

Να καταδικάσουμε το Ισραήλ, κύριο σύμμαχό μας στα ανατολικά, να μην εμπλεκόμαστε σε διπλωματικές κινήσεις και συντονισμό με τις ηγεσίες των Αράβων, οι χώρες των οποίων πλήττονται μαζικά από τους βαλλιστικούς πυραύλους και τα drones του καθεστώτος της Τεχεράνης.

– Να μη νομιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο η Ελλάδα το «δίκαιο του ισχυρού» εναντίον του «Διεθνούς Δικαίου», όπερ μεθερμηνευόμενον εστί… να καταδικάσει η Ελλάδα τον πόλεμο, τον οποίο εξελίσσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, νομιμοποιώντας -εμμέσως πλην σαφέστατα- τις δράσεις και τον δολοφονικό αυταρχισμό των μουλάδων και των Φρουρών της Επανάστασης. Κατά την άποψή τους, το μοντέλο που θα έπρεπε να παρακολουθήσει η χώρα μας και η Κύπρος θα έπρεπε να είναι αυτό της Ισπανίας. Αυτό είναι το πρότυπό τους. Διέρρευσε μάλιστα ως θέση, πέραν των δηλώσεών τους, και στον φιλικό τους Τύπο για να την κάνει πρωτοσέλιδο.

Από εκεί και πέρα, η άποψή τους είναι να εμφανισθεί και στην περίπτωση του διευρυμένου περιφερειακού πολέμου στη Μέση Ανατολή η Ελλάδα ως μια φοβική δύναμη, κρυμμένη πίσω από την αδυναμία της να πάρει αποφάσεις. Να γίνει -λέει- συμβούλιο αρχηγών για να χαραχθεί η εθνική στρατηγική. Ποια στρατηγική και σε ποια βάση σύγκλισης; Να περνά ο καιρός μέσα σε διαδικασίες για το θεαθήναι. Πρόθυμος ο πρωθυπουργός να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς κατ’ ιδίαν.

Μιλάμε για θέματα εθνικής ασφαλείας και διεθνούς πολιτικής σε συνθήκες πολέμου. Και μπορεί να μη συμμετέχουμε εμείς στον πόλεμο, αλλά συμμετέχουμε στις συμμαχίες μας. Ενημέρωση στα κόμματα παρείχε επίσης χθες ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, στην αρμόδια επιτροπή.

Είναι τέτοια η κατάσταση και οι αντιλήψεις στα κόμματα της Αριστεράς -στην προκειμένη περίπτωση εξαιρείται το ΠΑΣΟΚ και η ηγεσία του που τουλάχιστον υπηρετεί τον θεσμικό της ρόλο ως αξιωματική αντιπολίτευση-, ώστε και στους κόλπους των ίδιων των κομμάτων της Αριστεράς υπάρχουν αντιδράσεις. Ενδεικτική η δημόσια ένσταση από την πλευρά Ραγκούση – Μαντζουράνη. Αλλά το ζήτημα παραμένει. Υφίσταται «πατριωτική Αριστερά»; Έλλογη, σοβαρή και πραγματιστική;

Ή έχουμε να κάνουμε αποκλειστικά με ασήμαντα, ιδεοληπτικά, εκτός τόπου και χρόνου κομματικά «γκρουπούσκουλα»; Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Οι συνθήκες κρίσιμες. Η αναδιάταξη συσχετισμών και ισχύος σημαντική. Μήπως κάποιοι πρέπει να ανακτήσουν κάποια ίχνη της σοβαρότητάς τους;

Εφημερίδα Απογευματινή