Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η χώρα αντιμετωπίζει δημογραφικό πρόβλημα, αν και αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την κοινωνία. Ίσως διότι μερικοί μπορεί να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα αυτή με όρους… μεταφυσικής φιλοσοφίας. Που και αυτό είναι αποδεκτό, όπου όμως είναι αποδεκτή και η πραγματικότητα.
Δύο είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν το Δημογραφικό. Η μείωση του πληθυσμού που γίνεται με σταθερό τρόπο και η αύξηση του μέσου όρου ηλικίας, έστω και αν αυξάνεται και το προσδόκιμο ζωής, ειδικώς στη χώρα μας. Επιπλέον, συμφώνως προς στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι θάνατοι υπερβαίνουν συστηματικά τις γεννήσεις. Τον θάνατο δεν μπορείς να τον αποτρέψεις, αλλά οι γεννήσεις, από την άλλη πλευρά, μπορούν να αυξηθούν. Όλα αυτά έχουν βεβαίως τις επιπτώσεις τους, πέραν των αστεϊσμών για το θέμα του τύπου «κάντε έρωτα γιατί χανόμαστε». Και οι επιπτώσεις αφορούν όχι απλώς τις τοπικές κοινωνίες που εμφανίζουν μείωση του πληθυσμού τους, αλλά ακόμη και την αγορά εργασίας.
Για να φέρουμε ένα στατιστικό παράδειγμα, λήγοντος του 2025 η ΕΛΣΤΑΤ ανέφερε ότι στην αρχή του έτους εκείνου ο πληθυσμός της χώρας ανερχόταν σε 10.372. 335 άτομα σημειώνοντας όμως μείωση κατά 0,03%. Περισσότεροι θάνατοι, λιγότερες γεννήσεις.
Πριν από καιρό, η νομικός και μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης Ήρα Έμκε-Παυλοπούλου είχε διενεργήσει μία εκτεταμένη έρευνα που είχε αποτυπωθεί σε ένα ογκώδες βιβλίο και στο οποίο ανέφερε ότι το 2080 η Ελλάδα θα έχει πληθυσμό 7.200.000 ανθρώπους. Προέβλεπε μάλιστα ότι το 2050 η χώρα θα έχει 2.000.000 λιγότερους κατοίκους και ότι αυτό θα είναι η χειρότερη αναλογία στην Ευρώπη μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, κάτι που θα έχει άμεσες επιπτώσεις στο Ασφαλιστικό.
Επισήμαινε επίσης ότι «το δημογραφικό πρόβλημα θα επιδεινωθεί», τονίζοντας ότι «η εντυπωσιακή μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού και η εκτόξευση της αποδημίας θα καταλήξουν σε μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας μας και σε αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων. Θα αυξάνεται ο πληθυσμός άνω των 65 ετών σε βάρος των ηλικιών 0-14».
Δεδομένου ότι η έρευνα της επιστήμονος αυτής επισήμαινε ειδικότερα τις επιπτώσεις του Δημογραφικού επί του Ασφαλιστικού, ας δούμε το ζήτημα αυτό πιο επισταμένως:
Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές μελέτες για το ασφαλιστικό πρόβλημα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της υπογεννητικότητας. Όπως αναφέρουν οι μελέτες αυτές, σήμερα οι γυναίκες γεννούν λιγότερα παιδιά και σε καμία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν «παράγονται» πλέον τόσα παιδιά που να μπορέσουν να αντικαταστήσουν τον σημερινό πληθυσμό των κρατών της ΕΕ. Η πραγματικότητα αυτή θα οδηγήσει στον περιορισμό του εργατικού δυναμικού που θα συνέβαλλε διά των εισφορών του στη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος. Επειδή αναφέρθηκε πιο πάνω ότι η Ελλάδα το 2050 θα έχει πληθυσμό 2.000.000 λιγότερων ατόμων, να πούμε ότι επίσης, σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα των Ηνωμένων Εθνών, λόγω της μείωσης των γεννήσεων, ο πληθυσμός της Ιταλίας λ.χ. θα μειωθεί κατά 28% μέχρι το 2050 και από 57.000.000 θα γίνει 41.000.000 (!) . Δηλαδή η Ιταλία θα χάσει 16.000.000 άτομα!
Τι σημαίνουν όλα αυτά: Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, που σήμερα έχει πληθυσμό κατά 105.000.000 περισσότερο από τον πληθυσμό των Ηνωμένων Πολιτειών, μέχρι το 2050 θα έχει πληθυσμό κατά 18.000.000 λιγότερο, διότι στο μεταξύ προβλέπεται να έχει αυξηθεί ο πληθυσμός στις ΗΠΑ.
Το δημογραφικό πρόβλημα, επομένως, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες και του δυσοίωνου μέλλοντος του ασφαλιστικού συστήματος. Και είναι φυσικό αυτό. Όταν μία χώρα πληθυσμιακά δεν ανανεώνεται, έχει έναν γηράσκοντα πληθυσμό που σταδιακά θα την οδηγήσει στην ύπαρξη περισσότερων συνταξιούχων από εργαζόμενους. Όπως έχουν αποδείξει μελέτες που έχουν συνταχθεί διεθνώς, για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα η ελάχιστη αναλογία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συνταξιούχων και εργαζομένων είναι 4,6 εργαζόμενοι για κάθε έναν συνταξιούχο. Η σχετική αναλογία στη χώρα μας είναι κυριολεκτικώς τραγική. Όσον αφορά στα Ταμεία του Δημοσίου, η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους είναι ένας προς έναν!
Το πόσο κρίσιμο είναι το δημογραφικό πρόβλημα από γενικότερης πλευράς και όχι μόνο ασφαλιστικής φαίνεται από το γεγονός ότι κατά την τελευταία εικοσαετία, σε ακριτικούς νομούς για τους οποίους πρέπει να έχουμε ιδιαίτερη ευαισθησία, για ευνόητους λόγους, όπως ο Έβρος και η Ροδόπη, οι θάνατοι που καταγράφονται είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις. Ειδικά εμείς οι Έλληνες θα πρέπει να το αξιολογήσουμε το πρόβλημα αυτό στο πλαίσιο του συγκεκριμένου γεωγραφικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζούμε και σε συνάρτηση με τις λοιπές εξελίξεις στη Βαλκανική. Η Αλβανία λ.χ. και η Τουρκία θα έχουν φτάσει τον πληθυσμό τους στα 8.000.000 και στα 90.000.000 αντιστοίχως. Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με παλαιότερες εκτιμήσεις του ελληνικού Πενταγώνου, οι νέοι μετά βίας θα επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων.
Αυτή η προοπτική είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, ενώ για να διατηρηθεί ένας πληθυσμός στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα χρειάζονται ανά οικογένεια 2,1 παιδιά, σήμερα στις ελληνικές οικογένειες η σχέση τεκνοποιίας είναι λιγότερο από 1,4 παιδιά.
Και αν μεν για το Ασφαλιστικό οι μελέτες των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών θεωρούν ως λύση την ένταξη των μεταναστών στο σύστημα, προκειμένου να πληρώνουν εισφορές, μια τέτοια τακτική μπορεί να έχει την πρακτικότητα και τη χρησιμότητά της, αλλά συγχρόνως με καθηλωμένη την πληθυσμιακή ανανέωση, οδηγεί σε αλλοίωση του αυτόχθονος εθνικού στοιχείου μακροπρόθεσμα.
Εφημερίδα Απογευματινή










