Αναφέροντας για άλλη μια φορά την απάντηση που είχε δώσει ο θεμελιωτής της Αμερικανικής Δημοκρατίας, ο Τόμας Τζέφερσον, όταν είχε ερωτηθεί αν προτιμάει μια χώρα με κυβέρνηση αλλά χωρίς Τύπο ή μια χώρα με Τύπο αλλά χωρίς κυβέρνηση και είχε απαντήσει ότι προτιμούσε τη δεύτερη περίπτωση, ασφαλώς και δεν φανταζόταν τις επικίνδυνες παρεκτροπές της ενημέρωσης τα χρόνια που ακολούθησαν, με βοηθό την τεχνολογία και την εξέλιξή της. Και, υπό την έννοια αυτή, έχει την ιδιαίτερη σημασία του το συνέδριο Athens Alitheia Forum, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και που είχε ως αντικείμενο την ανάγκη αντιμετώπισης των ψευδών ειδήσεων, των oνομαζόμενων fake news, που έχουν εξελιχθεί σε επικίνδυνο μέσο χειραγώγησης των μαζών. Αλλά συγχρόνως οι ψευδείς ειδήσεις αποτελούν κίνδυνο για την ίδια τη δημοκρατία, αν σκεφτεί κανείς ότι μέσω αυτών μπορούν και χειραγωγούνται οι μάζες.
Πριν από χρόνια, ο Ίαν Χάργκριβς, καθηγητής Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Independent» και του περιοδικού «New Statement», σε ένα άρθρο του είχε επισημάνει ότι η δημοσιογραφία πρέπει να είναι ένα από τα υγιέστερα συστατικά μιας δημοκρατίας – ιδιαιτέρως στη σημερινή εποχή του διαδικτύου. Ο ρόλος και η αποστολή των δημοσιογράφων δεν αλλάζει. Συνίσταται στην παροχή πληροφοριών και επιχειρημάτων που επιτρέπουν στις κοινωνίες, ακόμα και αν διαφωνούν, να έχουν στη διάθεσή τους γεγονότα και να γνωρίζουν τις προτεραιότητές τους. Συνεπώς, η δημοσιογραφία είναι μια εργασία που πρέπει να γίνεται με στιλ και περιεχόμενο. Μια τέτοιου είδους δημοσιογραφία δεν είναι μόνο το οξυγόνο της δημοκρατίας, αλλά δίνει ζωή και στις πολιτιστικές συναλλαγές.
Η θελκτικότητα της χειραγώγησης υπήρχε ως κίνητρο για ψευδείς ειδήσεις από πολύ παλιά. Για παράδειγμα, όταν κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου είχε γίνει ανακωχή μεταξύ Βορείων και Νοτίων και ο ανταποκριτής έστειλε τηλεγράφημα στον διευθυντή της εφημερίδας του ότι δεν είχε κάτι να γράψει, αυτός του απάντησε κυνικά: Αν δεν υπάρχουν νέα, στείλε φήμες! Περιγράφεται το περιστατικό με τον τίτλο αυτό –If no news, send rumors- σε σχετικό βιβλίο για τα ΜΜΕ του Αμερικανού δημοσιογράφου Στίβεν Μπέιτς.
Το κακό έχει παραγίνει, ειδικά στη χώρα μας, καθώς διευκολύνεται η διασπορά ψευδών ειδήσεων και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία πλέον έχουν αναγνωστικό κοινό πολύ μεγαλύτερο από το κοινό των παραδοσιακών μέσων. Ορισμένα εκ των οποίων, πάντως, συναγωνίζονται σε διασπορά ψευδών ειδήσεων αν όχι μια ενημέρωση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και με διαστρεβλωμένη ερμηνεία του γεγονότος, ώστε να επηρεαστεί το αναγνωστικό κοινό προς την κατεύθυνση προς την οποία τα Μέσα αυτά θέλουν να το στρέψουν.
Σε μια έρευνα που είχε διενεργήσει το Ινστιτούτου του Reuters για τη Δημοσιογραφία, σε 36 χώρες ρωτήθηκαν 76.000 άνθρωποι. Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία ο κόσμος είχε διπλάσια εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά ΜΜΕ να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμα.
Ο επικεφαλής της ομάδας των ερευνητών ανέφερε, μετά την έρευνα: «Οι ψεύτικες ειδήσεις μπορεί να είναι το καλύτερο πράγμα που έχει συμβεί στη δημοσιογραφία εδώ και πολύ καιρό. Διότι είναι μια ευκαιρία να αποκατασταθεί η αξία των παραδοσιακών Μέσων και να υπάρξει εστίαση στην ποιότητα».
Και πρόσθεσε πως «αυτό έχει οδηγήσει σε άνοδο τον αριθμό των ηλεκτρονικών συνδρομών σε ειδησεογραφικούς οργανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου 16% των καταναλωτών είναι διατεθειμένο να πληρώσει για την είδηση σε σχέση με το προηγούμενο 9%».
Αυτό συνιστά μια ένδειξη ότι μπορεί και σε άλλες χώρες να είναι διατεθειμένοι περισσότεροι καταναλωτές να καταβάλλουν αντίτιμο ώστε να έχουν από παραδοσιακά Μέσα τη σωστή πληροφόρηση. Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει αυτό, ακόμη τουλάχιστον…
Μερικά χρόνια πριν πεθάνει ο ιδιοκτήτης της «Washington Post» (για την ακρίβεια είχε παντρευτεί την κόρη του τραπεζίτη που είχε αγοράσει την εφημερίδα), ο Φίλιπ Γκρέιαμ, λες και αντιλαμβανόταν ότι επερχόταν ο θάνατός του, είχε πει: «Θέλω την ανεξαρτησία και την καθιέρωση. Πριν πεθάνω, θα ήθελα να δω την “Post” να έχει γίνει ισάξια με την “Prensa” του Μπουένος Άιρες, τους “Times του Λονδίνου” και τους “New York Times”». Ποιος θα φανταζόταν άραγε ότι μια εφημερίδα της Αργεντινής θα ήταν πρότυπο για την εφημερίδα που αποκάλυψε το Watergate;
Όταν αγοράστηκε η «Post» από τον τραπεζίτη Meyer, αυτός έθεσε στους δημοσιογράφους του τους εξής κανόνες: «Η κύρια αποστολή της “Post” είναι να λέει την αλήθεια. Αυτή η εφημερίδα δεσμεύεται να λέει όλη την αλήθεια -όσο βεβαίως μπορεί να την ανακαλύψει- σε ό,τι αφορά τις σημαντικές υποθέσεις της Αμερικής και του κόσμου. Η “Post” θα κινείται με σεβασμό και αξιοπρέπεια.
Ό,τι δημοσιεύει θα πρέπει να διαβάζεται και από τους νέους και από τους γέρους. Αυτή η εφημερίδα έχει υποχρεώσεις απέναντι στους αναγνώστες της και το ευρύ κοινό και δεν λαμβάνει υπόψη της τα ιδιωτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών της. Με μόνη της έγνοια την αλήθεια, η “Post” πρέπει να είναι έτοιμη να θυσιάζει τα υλικά της συμφέροντα, όταν αυτό απαιτεί το κοινό καλό.
Αυτή η εφημερίδα αρνείται κάθε ανάμειξη με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Θέλει να είναι πιστή στον νόμο, ελεύθερη και αντικειμενική στον τρόπο που βλέπει τις δημόσιες υποθέσεις και τους πολιτικούς».
Εφημερίδα Απογευματινή









