Το ισλαμικό καθεστώς της Τεχεράνης επιδεικνύει τον τρομοκρατικό και αλαζονικό-δεσποτικό χαρακτήρα του όχι πλέον σε συνθήκες ειρήνης, όπως σε προηγούμενες δεκαετίες και διεθνή περιβάλλοντα, αλλά στα σημερινά πολέμου και επιστροφής στην αρχή των εθνών. Το Ιράν απάντησε επιχειρησιακά στις συμμαχικές δυνάμεις των ΗΠΑ – Ισραήλ με ολοκληρωτικό πόλεμο στη Δυτική Ασία. Έπληξε και πλήττει με όλη την ισχύ των όπλων που διαθέτει όχι μόνον το Ισραήλ, αλλά και κρίσιμες και ενεργειακές υποδομές σε όλα τα κράτη των Αράβων: Από την Ιορδανία και τα Εμιράτα μέχρι το Ομάν και το Κουβέιτ. Δεν ένιωσε κανέναν δισταγμό η δομή της ηγεσίας του, που βασίζεται στους Φρουρούς της Επανάστασης, να προκαλέσει καταστροφή ούτε στο βασίλειο των Σαούντ ούτε στο εμιράτο του Κατάρ.
Τα κράτη αυτά μέχρι και σήμερα δεν έχουν μπει στον πόλεμο. Κινούνται αμυντικά, προσπαθώντας να περιορίσουν την καταστροφή που προκύπτει όχι μόνον στις εγκαταστάσεις αλλά και στο μοντέλο, την ασφάλεια και τη δυναμική των οικονομιών τους. Δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται το γεγονός ότι όταν ξεκίνησαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις οι αμερικανικές βάσεις, που βρίσκονται εγκαταστημένες στα εδάφη αυτά, δεν επετράπη από τις ηγεσίες να ενεργοποιηθούν. Προφανώς θεωρήθηκε -και μάλλον δικαίως- αρχικά ότι το Ιράν δεν θα στρεφόταν με επιθετικό τρόπο σε όλη την επικράτεια στη Δυτική Ασία.
Από την άλλη, γίνονται ευρείες αναλύσεις περί αιφνιδιασμού ως προς την απειλή στα Στενά του Ορμούζ σε βάρος των δυτικών εμπορικών πλοίων ή θεωρούμενων συμμαχικών σε αυτά. Τα σχόλια αυτά δείχνουν άστοχα. Φυσικά και ήταν αναμενόμενο από την πρώτη ημέρα των πολεμικών επιχειρήσεων τα προβλήματα στα Στενά του Ορμούζ. Άλλωστε, παρόμοια στάση υπήρξε και στην περίπτωση της διαδρομής Σουέζ – Ερυθράς όταν εξελίσσονταν οι στρατιωτικές συγκρούσεις στη Γάζα, μέσω των Χούθι στην Υεμένη.
Ο πρόεδρος Τραμπ εκφράζει την απογοήτευση από τη στάση του ΝΑΤΟ και των Ευρωπαίων σε πολυμερή βάση ως προς τη συνδρομή στις επιχειρήσεις εναντίον του ισλαμικού καθεστώτος. Τα αρνητικά συναισθήματα και η εμφανής σχετικά οργή έχουν βάση. Πολύ περισσότερο όταν το ΝΑΤΟ που δεχόταν επιθέσεις από την Τεχεράνη αποφάσισε να τραβήξει τις δυνάμεις του από την αποστολή στο Ιράκ, που επίσης έχει εξελιχθεί σε πεδίο πολέμου για την Τεχεράνη.
Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος Τραμπ -και η Ουάσινγκτον- δείχνει ότι αυταπατάται ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για να επικρατήσει στην Τεχεράνη. Προφανώς λογίζεται ότι με διακηρύξεις και πληθωριστική αυτοπεποίθηση οι μουλάδες και οι Φρουροί τους θα καμφθούν και θα κάτσουν στο τραπέζι του διαλόγου στην πλευρά των ηττημένων. Κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί μέχρι τον τελευταίο πύραυλο ή μη επανδρωμένο που έχουν στη διάθεσή τους.
Σε πρακτικό επίπεδο σημασία σε αυτόν τον πόλεμο -και για να επηρεαστεί η πλάστιγγα- έχει ο όγκος των εθνικών δυνάμεων που θα συμμετέχουν έστω περιφερειακά ή συμβολικά σε αυτόν. Στο τέλος των ψευδαισθήσεων για τη διά νεύματος επικράτηση υπάρχουν τρεις κινήσεις που αλλάζουν τα δεδομένα σε βάρος της Τεχεράνης.
Η πρώτη αφορά τα αραβικά κράτη που υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας θα πρέπει να επιτρέψουν τη χρήση των βάσεων από τους Αμερικανούς και τις συμμαχικές δυνάμεις και να μπουν και επιθετικά στον πόλεμο. Η δεύτερη που αφορά τους Ευρωπαίους είναι να ενισχυθεί και προωθηθεί η πολυεθνική πρωτοβουλία των 30 μέχρι σήμερα κρατών υπό την ηγεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, που φθάνει μέχρι τον Καναδά την Ιαπωνία ή την Αυστραλία για την ελευθερία και την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων στα επίμαχα περάσματα. Ανατολική Μεσόγειος – Ερυθρά – Ορμούζ. Η τρίτη κίνηση είναι διπλωματική. Να κηρυχθούν persona non grata και να απελαθούν όλοι οι πρέσβεις του Ιράν από την Ευρώπη, στις χώρες του Ειρηνικού και όπου Γης. Οι Φρουροί στην Τεχεράνη θα πρέπει να νιώσουν πολύ πιο μόνοι απ’ ό,τι τον πρώτο μήνα των επιχειρήσεων…










