Το ζήτημα της Ουκρανίας και ειδικότερα η ιμπεριαλιστικής αντίληψης πρόκληση της Ρωσίας -συνοδευόμενη από το ανήκουστο δόγμα Πούτιν ότι η ισχύς υπερισχύει των διεθνών δεσμεύσεων- αναδεικνύουν μία δυσοίωνη προοπτική και έναν φόβο που συνδέεται με τα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Ο φόβος αυτός προκαλείται από την προβολή της ιστορικής αναδρομής που έχει κάνει στο παρελθόν ο Πούτιν και από την οποία δεν φαίνεται να αφίσταται, έχοντας θεωρήσει λάθος του Λένιν την αυτονομία της Ουκρανίας. Λάθος το οποίο επιδιώκει να διορθώσει σήμερα διά των όπλων. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι αν θεωρούσε λάθος και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, «νομιμοποιείται» -κατά τις αντιλήψεις του αυτές- να την επανασυστήσει. Δηλαδή ισοπεδώνοντας τις πρώην «δημοκρατίες» της.
Ανάλογη ιμπεριαλιστική αντίληψη περιλαμβάνει και η πολιτική Τραμπ με παράδειγμα το ζήτημα της Γροιλανδίας (για την οποία είπε ότι ήταν λάθος η παραχώρησή της από την Αμερική) και τον τρόπο που θέλει να παρεμβαίνει σε ό,τι δεν του αρέσει. Παρ΄ όλ’ αυτά επειδή λειτουργεί και με αντίληψη εμπορικής συναλλαγής, έχει κάνει κάποια βήματα πίσω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εν γένει τακτική του δεν μπορεί να είναι παράδειγμα και πρότυπο για ηγέτες με μεγαλοϊδεατικές βλέψεις. Όπως ο Ερντογάν.
Δεν είναι λίγοι που δικαιολογημένα διατυπώνουν τον φόβο ότι ανάλογες «θεραπείες» για ό,τι θεωρεί η Τουρκία (δηλαδή ο Ερντογάν) ως ιστορικό λάθος των πολιτικών της προγόνων, επιδιώκει ο Τούρκος πρόεδρος δεδομένου ότι:
α) έχει πει ότι ήταν λάθος η Συνθήκη της Λωζάννης την αναθεώρηση της οποίας επιδιώκει. Με κάθε ευκαιρία διατυμπανίζει τη μη εγκυρότητά της πλέον.
β) έχει εδώ και μήνες προβάλλει έντονα τον δικό του αναθεωρητισμό όχι μόνο στις σχέσεις της χώρας του με την Ελλάδα αλλά και γενικότερα προσβλέποντας σε έναν νέο-οθωμανισμό κατά την ίδια έννοια που ο Πούτιν προσβλέπει σε έναν «πανρωσισμό». Ή ο Τραμπ με το σύνθημα MAGA (Να γίνει πάλι μεγάλη η Αμερική).
γ) οι προκλήσεις της Τουρκίας απέναντι στη χώρα μας είναι κλιμακούμενες και αδιάλειπτες, προφανώς για να στηρίξουν αυτό το «αναθεωρητικό σχέδιο». Κατόπιν τούτου είναι καθαρά προσχηματικές οι όποιες συναντήσεις στις οποίες κατά τα άλλα ασμένως μετέχει, διότι δεν τον συμφέρει να δείχνει στη διεθνή κοινότητα την αδιαλλαξία του και κυρίως τις πραγματικές επεκτατικές του βλέψεις.
Αυτή είναι η μία ανάγνωση των γεγονότων. Η ρεαλιστική με βάση λεγόμενα αλλά και πράξεις. Μία άλλη ανάγνωση έχει να κάνει με το γεγονός ότι ανεξαρτήτως των απώτερων βλέψεων της Άγκυρας, η Τουρκία βρίσκεται μάλλον σε δυσχερή θέση από τα ίδια τα γεγονότα της Ουκρανίας και της ρωσικής επέμβασης.
Κατ’ αρχάς παραμένει μία χώρα της Ατλαντικής Συμμαχίας, η οποία πάντως χώρα έχει αναπτύξει κατά προκλητικό τρόπο ιδιαίτερες σχέσεις με τη Ρωσία προς μεγάλη δυσφορία της Ουάσινγκτον. Όμως η Τουρκία στη διεθνή σκηνή είναι μία σχιζοειδής περίπτωση, αντιπροσωπευτική της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς και τακτικής του σημερινού ηγέτη της. Αγόρασε πυραύλους S-400 από τη Ρωσία, αλλά συγχρόνως πούλησε drones στην Ουκρανία. Είναι υποχρεωμένη ως χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ να καταδικάσει τη ρωσική εισβολή, αλλά συγχρόνως δεν επιθυμεί να χαλάσει τις σχέσεις της με τη Μόσχα. Αυτό έγινε ακόμη πιο σαφές (όπως τουλάχιστον αναφέρουν οι σχετικές πληροφορίες) κατά την πρόσφατη συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο, όταν ο τελευταίος τού έθεσε ως όρο για να του πωλήσει τα F-35 τη διακοπή της αγοράς φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Κάτι που δεν είναι διαθέσιμος να κάνει ο Ερντογάν, επικαλεσθείς μάλιστα προς τον Τραμπ, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ότι έρχεται βαρύς χειμώνας!
Παράλληλα όμως είναι στις προθέσεις της Τουρκίας (αποτέλεσμα της σχιζοειδούς εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί) να προβάλει και να αξιοποιεί τον ρόλο της ως νατοϊκή χώρα στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας! Το ερώτημα ποιος από τη Δύση την εμπιστεύεται είναι ζήτημα άλλης συζήτησης.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται στη μέγγενη δύο αντίρροπων, εν δυνάμει, πιέσεων. Αφενός της, ανά πάσα στιγμή, διατύπωσης από τη Μόσχα απαίτησης να διέλθουν ρωσικά πολεμικά σκάφη από τα Στενά και αφετέρου της αυτονόητης υποχρέωσής της ως κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ να μην επιτρέψει στην περίπτωση αυτή τη διέλευση. Έτσι θα διακινδύνευε τις σχέσεις της με τη Μόσχα, τις οποίες ανέπτυξε ακόμη και σε στρατιωτικό επίπεδο με την αγορά ρωσικών όπλων, απλώς και μόνο για να εκβιάσει τη Δύση.
Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα για την Τουρκία που, στην ουσία φαίνεται να ακυρώνει την όποια απόπειρά της να εφαρμόσει ανάλογη «ιστορική» διόρθωση στα ελληνοτουρκικά σύνορα και στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Με άλλα λόγια, αυτήν τη φορά η Τουρκία δεν μπορεί να υποδυθεί τον ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου». Τίποτε όμως δεν είναι σίγουρο όταν έχεις απέναντί σου την Τουρκία…
Εφημερίδα Απογευματινή










