Υπόθεση κακοδιαχείρισης και συνέχεια του αμαρτωλού παρελθόντος στην Ελλάδα με τις αγροτικές επιδοτήσεις δεν έπρεπε να έχει υπάρξει. Συνέχεια της τεχνικής λύσης με ημερομηνία κατάρτισής της περί το 2014 επίσης δεν έπρεπε να έχει υπάρξει. Στα χρόνια προέκυψαν πολλές αιτιολογίες για τη συνέχιση μιας κακοφορμισμένης πρακτικής διαχείρισης επιδοτήσεων με διάφορες και διαφορετικές εκφάνσεις, από το σκάνδαλο του καλαμποκιού ακόμη τη δεκαετία του 1980.
Λύσεις υπάρχουν. Φάνηκαν όταν το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ έδειξε τα δόντια του. Σε μία ημέρα, με εμπλοκή φυσικά του ίδιου του πρωθυπουργού, οδηγήθηκε σε αναδιάρθρωση ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Σήμερα σωρεία βουλευτών και κυβερνητικών στελεχών εκτίθενται για ρουσφετολογία με τις νόμιμες ηχογραφήσεις που φθάνουν στο Κοινοβούλιο πακεταρισμένες σε δικογραφίες και αποστολέα την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Κι όμως, ο αμαρτωλός ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι πια εδώ. Τη βασική του δουλειά την έχει αναλάβει η ΑΑΔΕ και η κατάληξη είναι μια Διεύθυνση χωρίς σημαίνουσες αρμοδιότητες στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Αυτό θα έπρεπε να είχε συμβεί από το 2019.
Η πολιτική ευθύνη της διακυβέρνησης Μητσοτάκη στον πρωτογενή τομέα δεν συνίσταται στα επιμέρους. Αλλά στο κεντρικό και στρατηγικό. Η «αθηνοκεντρικής» νοοτροπίας διακυβέρνηση στη χάραξη των βασικών της πολιτικών δεν είχε την αναδιάρθρωση και την εξέλιξη του πρωτογενούς τομέα στην εθνική παραγωγή. Είχε υποτιμήσει και συνέχισε να υποτιμά τη γεωργία και την κτηνοτροφία ως πεδία αύξησης του ΑΕΠ. Δεν αντελήφθη την ευκαιρία που δινόταν, όταν ορκιζόταν για πρώτη φορά κυβέρνηση, της εξέλιξης αυτού του τομέα έργου και οφέλους όχι μόνο στα δημόσια οικονομικά και στην αύξηση του εθνικού πλούτου, ούτε μόνο ως παράγοντα μείωσης της ανεργίας. Έχασε τον προσδιορισμό της σημασίας του στην αποκέντρωση, στο Δημογραφικό, στην αγροτουριστική ανάπτυξη, στην ανάσχεση του κόστους κατοικίας. Η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, παρά την εναλλαγή υπουργών, άφησε το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης εκεί που το βρήκε. Απλώς το διαχειρίστηκε. Τουλάχιστον τα περισσότερα χρόνια της θητείας της.
Δεν το αντιμετώπισε ως κεντρικής σημασίας στον οικονομικό κύκλο των παραγωγικών υπουργείων. Είδε άλλες προτεραιότητες, αλλά όχι αυτήν.
Πώς θα δομηθεί μια επόμενη Ελλάδα, εάν ο μαζικός πληθυσμός της χώρας παραμείνει στις δύο κεντρικές πόλεις; Το λεκανοπέδιο Αττικής και τη Θεσσαλονίκη; Πώς θα διαφύγουμε από τις στρεβλές πραγματικότητες που προέκυψαν εξ ανάγκης και καιροσκοπικών επιλογών τις δεκαετίες 1950-1960 και επιβεβαιωθήκαν στον βωμό του κομματικού κράτους του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980, αν δεν γυρίσει ο κόσμος στις πατρογονικές εστίες του σε όλη την Ελλάδα; Πώς θα αποκτήσουν δομική λειτουργικότητα οι μεγάλοι και πανάκριβοι νέοι δρόμοι, οι υποδομές, οι ψηφιακές επικοινωνίες, τα αεροδρόμια και τα λιμάνια στη χώρα, αν οι άνθρωποι δεν απλωθούν για να ζήσουν, να εργαστούν, να ονειρευτούν στην επικράτεια και συνεχίσουν οι νέες γενιές να χάνονται στη μετάφραση της μικροαστικής κατάθλιψης στα μεγάλα αστικά κέντρα; Πώς θα έχει αγροδιατροφική και όχι μόνο ενεργειακή επάρκεια η Ελλάδα στους παρόντες δύσκολους καιρούς, αν ο πρωτογενής τομέας δεν βρεθεί στο επίκεντρο;
Στο παρόν επίπεδο της συζήτησης για στρατηγική «μυωπία» και λανθασμένες πολιτικές δεν θα αναζητήσουμε εισαγγελείς, εδώλια και αγανακτισμένους επικριτές. Θα μιλήσουμε σοβαρά για την πραγματικότητα. Αντί ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης και η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να έχουν να επιδείξουν στην επταετία μια νέα τάξη στον πρωτογενή τομέα μέσα από μεγάλες πολιτικές εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης με ευρωπαϊκά κονδύλια και ενδεχομένως αμερικανική τεχνογνωσία, βλέπουν μέλη και στελέχη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας να αποχωρούν από τα έδρανα πλήρως εκτεθειμένα στη ρουσφετολογία, στην απαξία και στις σκιές κακοδιαχείρισης. Αυτό είναι το επιτίμιο.
Αλλά η ευκαιρία υπάρχει.
Ο κ. Μητσοτάκης και τα επιτελεία του, με κάποια καθυστέρηση, έχουν συγκεκριμενοποιήσει την προτεραιότητα και την υποτιμητική αρχική τους εκτίμηση. Ας γίνει μια νέα αρχή. Αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς, μελισσοκόμοι, στην πρώτη γραμμή της αναδόμησης της χώρας στη μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ εποχή. Ας μη χαθούμε στο παρελθόν. Ας διεκδικήσουμε εθνικά και πολιτικά το παρόν για το μέλλον.










