Πρόωρες εκλογές: Θέμα τακτικής

Ατού στο νεοδημοκρατικό οπλοστάσιο το δίλημμα από την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός αποφάσιζε πρόωρη προσφυγή στην κάλπη
11:29 - 4 Απριλίου 2026

Σε μία εκ των πολλών ερευνών των τάσεων της κοινής γνώμης που είχε διενεργήσει η εταιρεία Alco περί τα μέσα Δεκεμβρίου, ένας στους δύο πολίτες τασσόταν υπέρ της διενέργειας πρόωρων εκλογών. Τότε ο πρωθυπουργός είχε απορρίψει το ενδεχόμενο αυτό, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Και απορρίπτω οποιαδήποτε συζήτηση για πρόωρες εκλογές επ’ αφορμή μιας δημοσκοπικής ανάκαμψης. Θυμάμαι ότι αντίστοιχες εισηγήσεις δεχόμουν και επί Covid και είχα πει τότε ότι ο σκοπός μου -και το απέδειξα στην πράξη- είναι να εξαντλήσω τον εκλογικό κύκλο. Και κάτι ακόμα: Εάν το βασικό μας επιχείρημα σήμερα είναι ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα στη χώρα, πώς θα οδηγήσω τη χώρα στους επόμενους μήνες σε πρόωρες εκλογές διακινδυνεύοντας ακριβώς αυτό το επιχείρημα, το οποίο πράγματι δείχνει στους πολίτες ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί γρήγορα να πάρει αποφάσεις και να δράσει προς όφελος των Ελλήνων πολιτών;».

Βεβαίως από τον περασμένο Δεκέμβριο έχουν μεσολαβήσει, όχι απλώς τρεις μήνες, αλλά και γεγονότα, όπως οι δίκες για ΟΠΕΚΕΠΕ και Τέμπη, το περιεχόμενο των οποίων ασφαλώς επηρεάζει μερίδα τουλάχιστον του εκλογικού σώματος. Οπωσδήποτε μάλιστα το κυμαινόμενο αυτό τμήμα των αναποφάσιστων, πάνω στο οποίο βασίζεται και η εκλογή μιας κυβέρνησης, εν πάση -δε- περιπτώσει ο νικητής των εκλογών.

Σήμερα ο πρωθυπουργός δέχεται εισηγήσεις από στενούς συνεργάτες του (και όχι ως απόρροια δημοσκοπικών ευρημάτων) για να προχωρήσει σε εκλογές, καθώς φοβούνται ότι τυχόν εξελίξεις στο τρίπτυχο των θεμάτων που βρίσκονται στις δικαστικές αίθουσες –ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές και σιδηροδρομικό δυστύχημα– μπορεί να έχουν πολιτικό κόστος. Το οποίο θέλουν να προλάβουν ώστε να μην γίνει μεγαλύτερο από αυτό που είναι σήμερα, για μερίδα τουλάχιστον της κοινωνίας. Όσον αφορά λοιπόν το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, μπορεί να ισχύει η θεσμική εμμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το σκεπτικό των σχετικών εισηγήσεων για πρόωρες εκλογές.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένα ζήτημα τακτικής, το οποίο δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Και το ζήτημα αυτό έχει ως εξής:

  • Όλες οι δημοσκοπήσεις βγάζουν νικητή των εκλογών, και μάλιστα με σημαντική διαφορά, τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξασφαλίζει -εφόσον δεν αλλάξει το εκλογικό σύστημα ως προς το μπόνους που παίρνει ο νικητής- την αυτοδυναμία.
  • Επίσης, σημαίνει ότι με την πανσπερμία ετερόκλητης ιδεολογίας κομμάτων, τα οποία -ούτως ή άλλως- κινούνται στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής «κατ’ εντολήν της κοινωνίας», είναι δύσκολο να συγκροτηθεί κυβέρνηση συνεργασίας από την αντιπολίτευση, κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, στην οποία είναι αναγκασμένος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
  • Επιπλέον, από την πλευρά κομμάτων της αντιπολίτευσης έχει εκφραστεί η άρνηση συνεργασίας σε κυβερνητικό επίπεδο με το κυβερνών κόμμα. Και αν επίσης υπήρχαν κόμματα πρόθυμα να συνεργαστούν, είναι αυτά με τα οποία δεν είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί η ΝΔ και η ηγεσία της.

Επομένως, αυτές οι προοπτικές, που είναι ρεαλιστικές, σημαίνουν ότι η χώρα αρχίζει να μπαίνει σε περιπέτειες ενδεχόμενης ακυβερνησίας. Πράγμα το οποίο επίσης σημαίνει ότι η χώρα πρέπει να οδηγηθεί σε επαναληπτικές εκλογικές αναμετρήσεις, μέχρις ότου προκύψει είτε αυτοδυναμία είτε κάποιου είδους κυβερνητική συνεργασία, μετά πολλών βασάνων, προοπτική ωστόσο η οποία δεν εξασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα. Τη σταθερότητα δηλαδή που έχει επικαλεστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο παρελθόν.

Αυτές όμως οι πολιτικές εξελίξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, με ορατό τον κίνδυνο της παρατεταμένης ακυβερνησίας, είναι ένα ατού τακτικής για το κυβερνών κόμμα. Για τους εξής λόγους: Στην παρούσα φάση που υπάρχει σταθερή κυβέρνηση και γι’ αυτό πολιτική σταθερότητα, τμήμα της κοινωνίας έχει την πολυτέλεια να εκφράζει αντιθέσεις εκ του ασφαλούς. Όμως, όταν αρχίσουν τα πολιτικά παρατράγουδα και η χώρα θα έχει εγκαταλείψει την πολιτική σταθερότητα και θα πορεύεται «με βάρκα την ελπίδα», είναι βέβαιο ότι η κοινωνία θα αναπολήσει τα οφέλη που εξασφάλιζε από το 2019 η σταθερότητα στη χώρα και επομένως θα κάνει δεύτερες σκέψεις για τις εκλογικές της επιλογές. Ακόμη και για τους έντονα δυσφορούντες, θα ισχύει «το μη χείρον βέλτιστον». Υπό την έννοια αυτή, έχει κάνει καλό -με πολιτικά παιδαγωγικό ρόλο- η κυβερνητική ασυναρτησία επί ΣΥΡΙΖΑ που γι’ αυτό άλλωστε ετέθη από την κοινωνία στο περιθώριο, κινδυνεύοντας μάλιστα να εξαϋλωθεί πολιτικά το κόμμα αυτό.

Το δίλημμα επομένως που θα προκύψει από την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, όπως προαναφέρθηκε, θα είναι ένα πλεονέκτημα στη νεοδημοκρατική φαρέτρα, στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός αποφάσιζε πρόωρες εκλογές.