Αν και η ΑΕΚ άξιζε με το σπαθί της να κατέχει θέση πρωταγωνίστριας στο σημερινό οπισθόφυλλο της «Απογευματινής», η αγωνιστική καθίζηση του Ολυμπιακού αποτελεί υπ’ αριθμόν ένα θέμα συζήτησης στα διαδικτυακά -και μη- «καφενεία».
Απλώς οι περισσότερες κουβέντες γίνονται σε εντελώς λανθασμένη βάση και μέσα σε ένα κλίμα… ισοπέδωσης που προκαλεί διαχρονικά η απώλεια ενός πρωταθλήματος από τους «ερυθρόλευκους». Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι απλώς είναι πολύ λίγοι οι σχολιαστές που κάθονται να ακούσουν προσεκτικά όσα υποστηρίζει ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ μετά το τέλος των αγώνων της ομάδας του. Δεν θυμάμαι άλλον προπονητή των Πειραιωτών να μιλά με τόση ειλικρίνεια στους εκπροσώπους του Τύπου. Το ίδιο έπραξε και μετά την ολοκλήρωση του αποκαρδιωτικού ντέρμπι με την ΑΕΚ.
«Εμείς κάνουμε τα πάντα χειρότερα στο χορτάρι. Πιστεύετε πραγματικά ότι οι αντίπαλοί μας έκαναν δύο ολόκληρα χρόνια για να μάθουν τον τρόπο που θα μας αντιμετωπίζουν, ενώ γνώριζαν από τον δεύτερο μήνα ότι δεν θα αλλάξουμε ποτέ τον τρόπο παιχνιδιού μας;», ήταν η εύλογη απορία που παρέθεσε σε σχετική ερώτηση.
Και αυτή είναι η… γυμνή αγωνιστική αλήθεια του Ολυμπιακού από την πρώτη μέρα ανάληψης της τεχνικής ηγεσίας από τον κορυφαίο προπονητή της ιστορίας του. Οι «ερυθρόλευκοι» ακολουθούν ακριβώς την ίδια φιλοσοφία που τους οδήγησε στην ιστορική κατάκτηση του Conference League και στο επιβλητικό νταμπλ της περσινής χρονιάς, απλώς τη μεταφέρουν στο χορτάρι με πολύ χειρότερο έως απογοητευτικό τρόπο σε σχέση με την υποδειγματική λειτουργία τους τον πρώτο ενάμιση χρόνο του «θείου Μέντι».
Όποιος πραγματικά πιστεύει ότι ο Ολυμπιακός μάγευε μέχρι πρότινος τα πλήθη με κάθετο ποδόσφαιρο, «τίκι τάκα» και μοντέρνες τακτικές μάλλον ζούσε σε έναν κόσμο… ψευδαισθήσεων.
Οι ευθύνες του «Μεντι»
Στον ιστορικό τελικό με τη Φιορεντίνα, για παράδειγμα, οι Πειραιώτες δεν επιχείρησαν ούτε… μισή φορά build up από την περιοχή τους (μέχρι το 70΄) και στη μεγαλύτερη διάρκεια του αγώνα οι επιθέσεις τους ξεκινούσαν με μακρινές μεταβιβάσεις του Τζολάκη προς την αντίπαλη περιοχή.
Σε παιχνίδια που έμειναν χαραγμένα με χρυσά γράμματα στην ιστορία του συλλόγου (όπως αυτά με την Άστον Βίλα ή τη Μακάμπι) οι σέντρες… έπεφταν βροχή. Πώς μπήκε το γκολ του Ελ Κααμπί στον τελικό με τους «βιόλα»; Με κάθετο ποδόσφαιρο; Πώς προήλθε το αλησμόνητο ψαλιδάκι του Μαροκινού στη ρεβάνς με τη Μακάμπι; Δεν είναι, λοιπόν, τακτικό το πρόβλημα των πρωταθλητών. Με σέντρες και βαθιές μπαλιές έπαιζε πάντα ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ.
Η μεγάλη αγωνιστική πληγή της φετινής σεζόν έχει να κάνει με την απώλεια του βασικότερου χαρακτηριστικού της κυρίαρχης ομάδας που χαζεύαμε να φιλοδωρεί με τεσσάρες και εξάρες τους ανταγωνιστές της στα ντέρμπι του ελληνικού πρωταθλήματος: της ασφυκτικής πίεσης στον αντίπαλο από το ύψος της δικής του περιοχής.
Τα περισσότερα γκολ του Ολυμπιακού στην εποχή του Μεντιλίμπαρ έχουν σημειωθεί από κλεψίματα μέσα ή κοντά στη μεγάλη περιοχή των αντιπάλων του.
Αλλά για την απώλεια του συγκεκριμένου «πυρηνικού όπλου» φέρει μεγάλη ευθύνη και ο ίδιος ο Βάσκος. Και αυτό γιατί ενώ η λειτουργία της ενδεκάδας του βασιζόταν στην παρουσία ενός υπερκινητικού «μαμουνιού» τύπου Τσικίνιο ή Κωστούλα στην πλάτη του Ελ Κααμπί, φέτος επιλέχθηκε ένα βαρύ και ολότελα διαφορετικό σκαρί όπως ο Ταρέμι να υπηρετήσει τον συγκεκριμένο ρόλο. Αδύνατο να πετύχει!
Αν λοιπόν μπορεί να προσάψει κανείς οτιδήποτε στον Ισπανό, είναι ότι ο ίδιος αλλοίωσε με μια επιλογή που δεν ταιριάζει στα ποδοσφαιρικά του «θέλω» το DNA που έκανε θαύματα στο πρώτο διάστημα της παρουσίας του στο λιμάνι.
Εφημερίδα Απογευματινή











