Η Ελληνική Δημοκρατία υπό συζήτηση

Από την πολιτική διαμεσολάβηση που κυριάρχησε από το 1975 πρέπει να περάσουμε στην αδιαμεσολάβητη συμμετοχή των πολιτών
12:40 - 10 Απριλίου 2026

Ο πρωθυπουργός, με αφορμή τις υποθέσεις διαχείρισης των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για τον πρωτογενή τομέα (λέγε με ΟΠΕΚΕΠΕ), άνοιξε ένα θέμα που άπτεται της πολιτειακής κατάστασης της χώρας. Η Ελληνική Δημοκρατία, ύστερα από μισό αιώνα συνταγματικής τάξης, έχει κουράσει. Ή τουλάχιστον, δεν εμπνέει πλέον. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι προϊόν κάποιας περίεργης ή τοξικής ή ριζικά αναθεωρητικής διάθεσης. Είναι η ίδια η πραγματικότητα της χώρας.

Σχεδόν καθημερινά οικτίρουμε την πολιτική ζωή στην Ελλάδα. Μιλάμε υποτιμητικά για τους βουλευτές, το επίπεδο της κομματικής αντιπαράθεσης, την αδυναμία των κομμάτων να προάγουν προγραμματικό, οραματικό λόγο, αλλά και για την αδυναμία των προσώπων και των ηγεσιών να υπηρετήσουν το καλώς εννοούμενο εθνικό και κοινωνικό συμφέρον. Πολλοί καθημερινοί άνθρωποι της μέσης τάξης νιώθουν αποκομμένοι από το… γκουβέρνο που -σύμφωνα με μια κύρια αντίληψη- ανήκει σε κάποιους κύκλους των ισχυρών του χρήματος, με επιρροή, που υπαγορεύουν τις κρατικές επιλογές και αποφάσεις, ώστε να εξυπηρετούνται τα δικά τους ιδιωτικά συμφέροντα σε βάρος των υπολοίπων. Με τον ίδιο προσανατολισμό σκέψης και κριτικής, οι πολιτικοί συνωστίζονται στους προθαλάμους επιχειρηματιών ή ιδιοκτητών ομίλων μίντια, προκειμένου να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης από αυτούς και να εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους, αλλά και να καλύψουν τα ελλείμματα των δικών τους προϋπολογισμών για την πολιτική και την πολυτελή ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.

Παράλληλα, οι κρατικοί υπάλληλοι, τόσο στην κεντρική δομή όσο -πολύ περισσότερο- στις αποκεντρωμένες και περιφερειακές, αυτοδιοικούμενες δομές, με αυτή την προσέγγιση δεν κρίνονται μόνον ως ακατάλληλοι για το δημόσιο συμφέρον, αλλά και πλήρως διεφθαρμένοι. Οι κρατικοί υπάλληλοι όμως δεν είναι ένας στρατός κατοχής που μας επιβλήθηκε από κάποιους ξένους εξουσιαστές, αλλά είναι κάποιοι από εμάς και τις οικογένειές μας.

Η εξέγερση τύπου πλατείας ακόμη και σήμερα συναρπάζει τις μάζες, αλλά έχει γίνει συνείδηση ότι με τέτοιες διαμαρτυρίες δεν θα φθάσουμε ποτέ σε μια επόμενη ισορροπία ισχύος και ευημερίας που μας ενδιαφέρει πρωταρχικά. Για τον λόγο αυτό, οι υπερασπιστές της επιστροφής στις «πλατείες των αγανακτισμένων» δεν έχουν πλέον υποστήριξη όπως άλλοτε, ενώ ο μεθοδικός, συστημικός, αλλά λειτουργικός πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης δεν έχει αντίπαλο στο πολιτικό προσκήνιο.

Ο πρωθυπουργός, με αφορμή τις περιπλοκές από το επονομαζόμενο πελατειακό κράτος και σε μια νέα προσπάθεια αυτό να περιορισθεί μέχρι μηδενισμού του, έθεσε στο τραπέζι το ζήτημα του ασυμβίβαστου υπουργού και βουλευτή. Μία αλλαγή η οποία ακούσθηκε αρχικά στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από τη Δεξιά και μέσα στις επόμενες δεκαετίες υιοθετήθηκε ακόμη και από στελέχη της εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς. Όμως μέχρι και σήμερα, παρά τις αναθεωρήσεις που έχουν προωθηθεί ανά τα χρόνια, το Σύνταγμα του 1975 αντιμετωπίζεται σαν μια «ιερή αγελάδα».

Και όμως, ήταν ένα Σύνταγμα το οποίο ελάμβανε υπόψη εμπλοκές και ανατροπές που είχαν προκύψει στην πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου, ακόμη και πολιτειακά, στις δεκαετίες του 1950-1960. Στα μέσα δηλαδή του προηγούμενου αιώνα. Ήταν ένα Σύνταγμα δομημένο στη βάση του ρεαλισμού και του πραγματισμού της τότε εποχής, που καμία σχέση δεν έχει με τα δεδομένα, τις εμπλοκές και τα ζητούμενα των μέσων της δεκαετίας του 2020 και πολύ περισσότερο με όσα θα απασχολήσουν την Ελλάδα ως εθνική, κρατική και κοινωνική δομή τις επόμενες δεκαετίες 2030-2050.

Ο κ. Μητσοτάκης ως επικεφαλής της Κεντροδεξιάς και πρωθυπουργός της Ελλάδας στην παρούσα φάση, πόσω μάλλον εφόσον επανεκλεγεί για τρίτη διαδοχική θητεία, δεν έχει πλέον να καλύψει κλασικές πολιτικές φιλοδοξίες. Είναι άρα ο πλέον κατάλληλος να ηγηθεί μιας ολιστικής προσπάθειας για τη δομική αλλαγή στην Ελληνική Δημοκρατία, προκειμένου να λειτουργήσει με τη συμμετοχή όλων και όχι για λογαριασμό όλων, υπέρ των νέων γενιών και του μέλλοντος.

Η Ελληνική Δημοκρατία του 1975 που είναι κυρίαρχη μέχρι σήμερα, βασίσθηκε στην κομματοκρατία, άρα στην πολιτική διαμεσολάβηση. Η επόμενη Ελληνική Δημοκρατία, που εν προκειμένω αρχίζει να συζητείται, είναι αναγκαίο να στηριχθεί στη διάκριση των εξουσιών, τη λογοδοσία και την άμεση συμμετοχή των πολιτών, αντί της εκπροσώπησης, γιατί τα μέσα επικοινωνίας των μοντέρνων καιρών, όχι μόνον επιτρέπουν, αλλά και επιβάλλουν την άμεση, άρα αδιαμεσολάβητη συμμετοχή των πολιτών. Είναι δεδομένο ότι πολλοί από αυτούς που νιώθουν ελίτ θα ξεβολευτούν, αλλά το ζητούμενο είναι μια νέα Ελληνική Δημοκρατία.

Εφημερίδα Απογευματινή