Η Κεντροδεξιά είναι ευρύς ιδεολογικός πολιτικός χώρος. Με έναν κυρίαρχο και τελικά μοναδικό πολιτικό οργανισμό εκπροσώπησής της στον τελευταίο μισό αιώνα, τη Νέα Δημοκρατία. Πέραν της μικροπολιτικής ή της εσωτερικής πολιτικής η Νέα Δημοκρατία είχε και έχει δεσπόζουσα θέση και επιρροή για τη στρατηγική της Ελλάδας σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Στη «μεγάλη εικόνα» η ευρωπαϊκή πορεία και ένταξη -που ταυτόχρονα αποτέλεσε και καθοριστικό παράγοντα για τη σταθεροποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και συνταγματικών θεσμών για τη χώρα- ήταν η επιλογή του ηγέτη τότε της Κεντροδεξιάς Κ. Καραμανλή. Όλος ο κύκλος της Μεταπολίτευσης που κατέρρευσε ουσιαστικά με τη δημοσιονομική χρεοκοπία του 2011 ήταν μια επιλογή ευρωκεντρισμού και επιλεκτικής μονομέρειας σε μια θεώρηση και έωλη τελικά μετάβαση προς μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, ως εξέλιξη της ΕΟΚ αρχικά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Μάαστριχτ και της Ζώνης του Ευρώ στη συνέχεια. Στην αρχική και βασική αυτή γεωπολιτική, θεμελιώδη, επιλογή συντάχθηκε το ΠΑΣΟΚ, ο άλλος και τελικά κυρίαρχος πόλος διακυβέρνησης για δύο δεκαετίες, είτε της πρώτης φάσης είτε πολύ περισσότερο της δεύτερης φάσης υπό τον Κ. Σημίτη υπό την εκσυγχρονιστική συνάφεια με τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία. Η πολυδιασπασμένη Αριστερά προσαρμόσθηκε.
Από το 2012 ακόμη και πολύ περισσότερο από το 2014-2015 η Ελλάδα έχασε εν μέσω μνημονίων και τρόικας βαθμηδόν την ευρωπαϊκή της αφοσίωση, δομώντας μια εθνική κοσμοθεωρία αυτόνομης διμερούς σχέσης με τις ΗΠΑ, έκκεντρα και όχι μέσω της ευρωπαϊκής συνοχής, περιφερειακών συμμαχιών με αναβάθμιση την εταιρική αρχικά σχέση με το Ισραήλ και την Αίγυπτο στην Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή, αλλά και μια σειρά πολλαπλών δημιουργικών σχέσεων με τα αραβικά κράτη, χωρίς «σταθμό διοδίων» το Παλαιστινιακό. Η ισορροπία εντός του Ευρωατλαντισμού μετακινήθηκε από το «φίλτρο» των Βρυξελλών και της επιρροής του άξονα Παρισιού – Βερολίνου, σε μια απευθείας σχέση, συνεργασία και τελικά στρατηγική διμερή συμμαχία με την Ουάσινγκτον. Η παραδοσιακή σχέση με τη Γαλλία δεν επηρεάσθηκε αλλά διατηρήθηκε με επάρκεια σε διμερές επίπεδο, ενώ η δεσποτική σχέση υπέρ της Γερμανίας εκλογικεύθηκε. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε ως πόλος κυβερνητισμού και υπήρξε μια κρίσιμη γέφυρα μετάβασης στη νέα εποχή μέσω της «πρώτης φοράς Αριστερά» υπό την ηγεσία του Αλ. Τσίπρα στη διακυβέρνηση της χώρας πλήρους θητείας μάλιστα με σταθερές κυβερνήσεις συνασπισμού, χωρίς δεσποτεία ΠΑΣΟΚ. Η νέα εποχή και στρατηγική της χώρας εμπεδώθηκε, αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε μετά την έξοδο από τα τρία μνημόνια από το 2019 και μετά με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, που συνεχίζεται.
Το πρόβλημα της Κεντροδεξιάς στην παρούσα φάση δεν βρίσκεται στη Νέα Δημοκρατία, την ηγεσία, την Κοινοβουλευτική της Ομάδα και τη συνοχή των στελεχών της, αλλά σε διάφορες προσωπικότητες εκτός της πολιτικής ή της Νέας Δημοκρατίας με ιστορική αναφορά στην Κεντροδεξιά. Ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής που ομνύει δημόσια και σε κάθε ευκαιρία υπέρ της «ουδετερότητας» της Ελλάδας από τη Δύση, ειδικά την Ατλαντική και την ανάγκη διαμόρφωσης στρατηγικής σχέσης με Κίνα και Ρωσία πέραν του ευρωπαϊκού πλαισίου. Του πρώην πρωθυπουργού σε κυβέρνηση συνασπισμού με το ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία τότε Β. Βενιζέλου, Αντ. Σαμαρά που υπηρετεί λόγω εμπάθειας ρόλο «χρήσιμου ηλίθιου» στις εξελίξεις. Του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλου ο οποίος συνεχίζει να μιλά παλιομοδίτικα για έναν ευρωκεντρισμό που δεν υπάρχει και αποτελεί συνιστώσα του «νέου Καραμανλισμού».
Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας είναι αυτές οι προσωπικότητες που με «ληγμένα διαβατήρια» επιχειρούν να αλλάξουν τη σταθερότητα της χώρας, για να προκρίνουν μια άλλη «μεγάλη εικόνα», που δεν θα είναι στη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Ο ηγέτης της παρούσας στρατηγικής της χώρας πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης δεν είναι το πρόβλημα, αλλά η λύση. Αυτοί είναι το ζήτημα που μιλούν για την «ψυχή της παράταξης» και το μόνον που έχουν να εισφέρουν είναι συνταγές χρεοκοπίας που θα γυρίσουν την Ελλάδα πίσω στην «αγκαλιά» της Τουρκίας διά της γεωπολιτικής αναξιοπιστίας και του κυβερνητικού (εμφυλιακού) χάους.
Εφημερίδα Απογευματινή










