Η εξέταση που σώζει τις γυναίκες από το Αλτσχάιμερ

Από μία πρωτεΐνη που συνδέεται με τις εγκεφαλικές αλλαγές, εντοπίζεται ο κίνδυνος της νόσου 25 χρόνια προ των συμπτωμάτων
15:31 - 14 Μαρτίου 2026

Αναπτύχθηκε μια εξέταση αίματος η οποία θα μπορούσε να προβλέψει τον κίνδυνο μιας γυναίκας να νοσήσει από τη νόσο Αλτσχάιμερ έως και 25 χρόνια πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Οι ερευνητές λένε πως μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ανιχνεύεται και αντιμετωπίζεται η πάθηση. Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα υψηλότερα επίπεδα μιας πρωτεΐνης, η οποία συσχετίζεται με τις εγκεφαλικές αλλαγές που παρατηρούνται στη νόσο Αλτσχάιμερ, συνδέονται στενά με μελλοντική γνωστική εξασθένιση σε κατά τα άλλα υγιείς γυναίκες.

Ο καθηγητής Αλάντιν Σαντιάμπ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, δήλωσε: «Αυτό ανοίγει την πόρτα σε στρατηγικές πρόληψης και πιο στοχευμένη παρακολούθηση, αντί να περιμένουμε μέχρι τα προβλήματα μνήμης να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή». Η νόσος Αλτσχάιμερ είναι η πιο κοινή μορφή άνοιας και θεωρείται ότι ευθύνεται για το 60&-70% των περιπτώσεων. Οι γυναίκες που διατρέχουν κίνδυνο θα μπορούσαν να εντοπιστούν δεκαετίες νωρίτερα.

Οι τρέχουσες διαγνωστικές μέθοδοι βασίζονται συνήθως σε εμφανή σημάδια απώλειας μνήμης και παρακμής όταν η νόσος έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται. Η μελέτη στο περιοδικό «JAMA Network Open», παρακολούθησε 2.766 γυναίκες ηλικίας μεταξύ 65 και 79 ετών. Τα δείγματα αίματος αναλύθηκαν για μία πρωτεΐνη που ονομάζεται p-tau217, η οποία συνδέεται με τα κολλώδη συσσωματώματα και τις διεστραμμένες ίνες που συσσωρεύονται στον εγκέφαλο κατά τη νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτές οι εναποθέσεις βλάπτουν τα εγκεφαλικά κύτταρα και διαταράσσουν τα σήματα που χρησιμοποιούν για να επικοινωνούν.

Πρώιμο στάδιο

Σε διάστημα 25 ετών, οι ερευνητές παρακολούθησαν ποιες συμμετέχουσες εμφάνισαν ήπια γνωστική εξασθένηση (ένα πρώιμο στάδιο προβλημάτων μνήμης και σκέψης) καθώς και άνοια. Οι γυναίκες με υψηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης στο αίμα τους κατά την έναρξη της μελέτης είχαν περίπου τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν άνοια. Ωστόσο, τα ευρήματα έδειξαν επίσης ότι ο κίνδυνος ποικίλλει μεταξύ των ομάδων.

Οι γυναίκες ηλικίας 70 ετών και άνω κατά την έναρξη της μελέτης που είχαν υψηλά επίπεδα p-tau217 ήταν πιθανότερο να εμφανίσουν ισχυρότερα σημάδια γνωστικής εξασθένισης απ’ ό,τι οι νεότερες συμμετέχουσες. Τα υψηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης συνδέονταν επίσης πιο ισχυρά με φτωχά γνωστικά αποτελέσματα σε γυναίκες που έφεραν το γονίδιο APOE-E4: μια γενετική παραλλαγή η οποία είναι ήδη γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.

Οι γυναίκες που έπαιρναν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης και είχαν επίσης υψηλά επίπεδα p-tau217, είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν άνοια. Η εμμηνόπαυση έχει συνδεθεί με τη μείωση της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου (του ιστού που περιέχει τα περισσότερα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου και παίζει βασικό ρόλο στη μνήμη, τα συναισθήματα και την κίνηση) γεγονός που μπορεί εν μέρει να εξηγήσει γιατί περισσότερες γυναίκες απ’ ό,τι άνδρες αναπτύσσουν άνοια.

Επιφύλαξη

Τα υψηλότερα επίπεδα του p-tau217 προέβλεπαν άνοια τόσο στις λευκές όσο και στις μαύρες γυναίκες, αλλά συνδέονταν με πρώιμα προβλήματα μνήμης μόνο στις λευκές συμμετέχουσες, γεγονός που υποδηλώνει διαφορετικούς παράγοντες στις μαύρες γυναίκες. Οι εμπειρογνώμονες που δεν συμμετείχαν στη μελέτη υποδέχθηκαν με επιφύλαξη τα ευρήματα.

Η καθηγήτρια Τάρα Σπάιρς-Τζόουνς, από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, δήλωσε: «Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η ηλικία, η φυλή και η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία αυτού του τύπου εξέτασης αίματος είναι σημαντική για μελλοντικές κλινικές δοκιμές». Η ίδια πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης επηρεάζει τον κίνδυνο άνοιας. Νευρολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τόνισαν ότι δεν αναπτύσσουν άνοια όλοι όσοι έχουν υψηλά επίπεδα της πρωτεΐνης.

Η Μισέλ Ντάισον από το Alzheimer’s Society το χαρακτήρισε «ελπιδοφόρο», προσθέτοντας: «Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να κατανοήσουμε αν ο έγκαιρος εντοπισμός βιοδεικτών μπορεί να επηρεάσει το αν οι άνθρωποι θα αναπτύξουν άνοια».

Από τη Zoe Hardy ©Associated Newspapers Limited 

Εφημερίδα Απογευματινή