Νέο γύρο ανατιμήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά απειλούν να πυροδοτήσουν οι επιθέσεις των ανταρτών Χούθι εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα. Για να αποφύγουν τη διέλευση, οι ναυτιλιακές εταιρείες επαναδρομολογούν τα πλοία τους γύρω από την Αφρική, με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των ναύλων, που μοιραία θα περάσει στους καταναλωτές. Κρίσιμες θεωρούνται οι επόμενες πέντε εβδομάδες, μέχρι το κινεζικό νέο έτος (στις 10 Φεβρουαρίου φέτος), καθώς είναι περίοδος που η διεθνής διακίνηση προϊόντων κορυφώνεται.
Ήδη το περασμένο Σαββατοκύριακο ο αριθμός των διελεύσεων από το κανάλι του Σουέζ προς την Ερυθρά Θάλασσα υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2021, όταν το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων «Ever Given» είχε μπλοκάρει το κανάλι επί ημέρες. Περίπου 20 ναυτιλιακές εταιρείες, κυρίως μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, έχουν ανακοινώσει ότι τα πλοία τους θα κάνουν τον περίπλου της Αφρικής. Γεγονός που μεταφράζεται σε περισσότερες ημέρες ταξιδιού (έως και 25% περισσότερο για τη διαδρομή Ασίας – Ευρώπης), υψηλότερο κόστος σε καύσιμα και μισθούς πληρώματος και άρα υψηλότερα ναύλα.
Διπλασιασμός
Σύμφωνα με την Drewry, εταιρεία συμβούλων για ναυτιλιακές, μέχρι τις αρχές της εβδομάδας από τις επιθέσεις των Χούθι είχαν επηρεαστεί 822 πλοία, που αντιστοιχούν σε μεταφορά 10.000.000 εμπορευματοκιβωτίων! Υψηλότερο είναι το κόστος και για τις ναυτιλιακές που επιμένουν στη διαδρομή μέσω Ερυθράς Θάλασσας, καθώς πληρώνουν σημαντικά υψηλότερα ασφάλιστρα.
Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, μέχρι τα τέλη του 2023 οι δείκτες κόστους μεταφοράς από την Ασία στην Ευρώπη (Freightos Baltic Index και Shanghai Containerized Freight Index) κατέγραφαν αύξηση άνω του 80%. Ενδεικτικά, το κόστος μεταφοράς ενός εμπορευματοκιβωτίου από την Ασία προς τη Μεσόγειο από 2.774 δολ. αυξήθηκε σε 5.175 δολάρια. Την πρώτη εβδομάδα του 2024 η κατάσταση επιδεινώθηκε, οδηγώντας τις τιμές των ναύλων ακόμα υψηλότερα (+90% από τις αρχές Δεκεμβρίου).
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, μέσω του Σουέζ διακινείται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου, περιλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων. Μάλιστα, οι κυρώσεις στη Ρωσία έχουν αυξήσει σημαντικά το μερίδιο του παγκόσμιου εμπορίου σιτηρών, πετρελαίου και φυσικού αερίου που διέρχεται από το Σουέζ.
Προεξοφλώντας ότι οι ναυτιλιακές εταιρείες θα αξιοποιήσουν την ευκαιρία για να αυξήσουν τα κέρδη τους, οι επενδυτές σπεύδουν να αγοράσουν μετοχές των μεγαλύτερων ναυτιλιακών, με αποτέλεσμα αυτές να καταγράψουν σημαντικά κέρδη το προηγούμενο διάστημα. Στις αρχές της εβδομάδας, αντιθέτως, οι μετοχές τους δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις καθώς κυκλοφόρησε η φήμη ότι δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες, η δανέζικη A.P. Moller-Maersk και η γερμανική Hapag-Lloyd, κατέληξαν σε συμφωνία με τους Χούθι για ασφαλές πέρασμα κάποιων πλοίων. Η μετοχή της πρώτης υποχώρησε πάνω από 5% και της δεύτερης πάνω από 8%, οδηγώντας τις δύο διοικήσεις σε διάψευση της φημολογίας.
Νέος γύρος
Για τις ναυτιλιακές μπορεί η αναστάτωση να συνεπάγεται υψηλότερα κέρδη, όμως για τις ευρωπαϊκές οικονομίες μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επώδυνος ένας νέος γύρος ανατιμήσεων εξαιτίας προβλημάτων στην παγκόσμια αλυσίδα τροφοδοσίας. Οι πληθωριστικές πιέσεις εξαιτίας των προβλημάτων, που δημιούργησαν η πανδημία και στη συνέχεια η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έδειχναν τους τελευταίους μήνες να υποχωρούν, μετά και τις σημαντικές αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στον βαθμό που οι πιέσεις αυτές ανατροφοδοτηθούν, πιθανότατα θα αναβληθεί η μείωση των επιτοκίων (προοπτική που προεξοφλούν οι αγορές τους τελευταίους μήνες καταγράφοντας μεγάλα κέρδη) και βέβαια θα ακριβύνουν προϊόντα ευρείας κατανάλωσης περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.










