Έως το 2050 το 1/3 του ελληνικού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών

Crash test για το σύστημα δημόσιας υγείας η γήρανση, ο ανθυγιεινός τρόπος ζωής και η μικροβιακή αντοχή.
12:01 - 30 Αυγούστου 2025

Μια σύνθετη σειρά προκλήσεων δημόσιας υγείας που οφείλονται σε δημογραφικές αλλαγές, κοινωνικοοικονομικές πιέσεις, κλιματικά φαινόμενα και νέες απειλές για την υγεία, αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Αυτό αναφέρουν σε μελέτη-άρθρο τους, η οποία δημοσιεύθηκε μόλις την περασμένη Πέμπτη στο φημισμένο διεθνώς επιστημονικό ιατρικό περιοδικό «The Lancet Public Health», οι διακεκριμένοι Έλληνες καθηγητές Πολιτικής και Οικονομικών της Υγείας, Ηλίας Μόσιαλος, Ηλίας Κυριόπουλος, Κώστας Αθανασάκης, Στεργιανή Τσόλη και Ειρήνη Παπανικόλα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς Έλληνες ερευνητές, ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνάει ραγδαία με μείωση των ποσοστών γονιμότητας, γεγονός που την κατατάσσει μεταξύ των γηραιότερων πληθυσμών των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2050 περισσότερο από το ένα τρίτο του ελληνικού πληθυσμού θα είναι ηλικίας, άνω των 65 ετών, με σχεδόν το 13% να είναι ηλικίας άνω των 80 ετών. Κατά συνέπεια, οι χρόνιες ασθένειες θα έχουν αυξηθεί.

Συγκεκριμένα, το 59% των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω, το 72,8% των ατόμων ηλικίας 75 ετών και άνω και το 85,3% των ατόμων ηλικίας 85 ετών και άνω, αναφέρουν μακροχρόνιες ασθένειες ή προβλήματα υγείας. Η Ελλάδα παρουσιάζει επίσης μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά πολυνοσηρότητας στην ΕΕ, επηρεάζοντας πάνω από το ήμισυ των ατόμων, ηλικίας 65 ετών και άνω, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 44%. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, σε σύγκριση με άλλες χώρες υψηλού εισοδήματος, η χώρα μας έχει κακές επιδόσεις σε βασικούς παράγοντες κινδύνου συμπεριφοράς, όπως το κάπνισμα, η σωματική δραστηριότητα και η παχυσαρκία.

Ο τρόπος ζωής

Τα ποσοστά υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας σε ενήλικες και παιδιά, μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη, έχουν αυξηθεί σταθερά από τη δεκαετία του 1990, ξεπερνώντας τις γειτονικές χώρες. Και αυτό επειδή έχουν υιοθετήσει όλο και περισσότερο μια δυτική διατροφή, με την παραδοσιακή μεσογειακή να παραμένει χαμηλή έως μέτρια. Τα ποσοστά υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, επηρεάζοντας το 41% των παιδιών, ηλικίας 5-9 ετών, και το 35,3% των εφήβων, ηλικίας 10-19 ετών. Αν και η επικράτηση του καπνίσματος έχει μειωθεί, η Ελλάδα διατηρεί το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό καπνιστών στην ΕΕ, στο 25% επί του συνόλου του γενικού πληθυσμού.

Τα άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο έχουν ποσοστό παχυσαρκίας 64%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 54%. Αυτές οι ανισότητες έχουν επιδεινωθεί από την παρατεταμένη οικονομική κρίση. Οι πρόσφατες πληθωριστικές πιέσεις έχουν επηρεάσει περαιτέρω το κόστος στέγασης, τις τιμές των τροφίμων και τους λογαριασμούς ενέργειας. Περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό και σχεδόν το 14% αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση. Παράλληλα, η αυξημένη μετανάστευση από γειτονικές περιοχές -οι αφίξεις μεταναστών κορυφώθηκαν το 2015, ξεπερνώντας τα 860.000 άτομα- έχει επιβαρύνει την παροχή υπηρεσιών Υγείας.

Η Ελλάδα έχει επίσης δει αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων των πυρκαγιών, των πλημμυρών και των καυσώνων, που οδήγησαν στον υψηλότερο αριθμό θανάτων που σχετίζονται με τη ζέστη στην Ευρώπη, το 2023. Η επιδείνωση της ποιότητας του αέρα, ιδίως στις αστικές περιοχές, επιδεινώνει τις επιπτώσεις των καυσώνων στην υγεία. Η έκθεση σε λεπτά σωματίδια (PM2·5), διοξείδιο του αζώτου (NO2) και όζον (O3) συσχετίστηκε με περισσότερους από 15.000 θανάτους και 133.200 έτη ζωής που χάθηκαν το 2022.

Τα μικρόβια

Η μικροβιακή αντοχή (AMR) αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα, καθώς η Ελλάδα αναφέρει μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά αντοχής στην Ευρώπη.

Περισσότερο από το 68% των απομονωμένων βακτηριακών στελεχών εμφανίζουν αντοχή, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μαζί με τη Ρουμανία. Η Ελλάδα έχει τα υψηλότερα εκτιμώμενα ποσοστά αντοχής για 12 συνδυασμούς αντιβιοτικών-βακτηρίων προτεραιότητας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, μαζί με την Τουρκία. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα αναφέρει τη δεύτερη υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης νοσοκομειακών λοιμώξεων στην ΕΕ μετά την Κύπρο, με περισσότερο από το 12% των νοσηλευόμενων ασθενών να εμφανίζουν λοίμωξη, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι περίπου 7%.

Και οι Έλληνες ερευνητές καταλήγουν: Αυτά τα πολύπλευρα σοκ, οι απειλές και οι κρίσεις έχουν θέσει σε δοκιμασία την ανθεκτικότητα του ελληνικοdhmografύ συστήματος Υγείας και υπογραμμίζουν την ανάγκη για ολοκληρωμένες μεταρρυθμίσεις. Τα αποσπασματικά και αναποτελεσματικά ολοκληρωμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου, της μετανάστευσης και της μικροβιακής αντοχής απαιτούν μια ανανεωμένη εστίαση και μια ενοποιημένη προσέγγιση.δημογραφ

ven.ygeia@gmail.com

Εφημερίδα Απόγευματινή