Σε έναν χάρτη που αδειάζει χρόνο με τον χρόνο, η Ελλάδα μετρά ήδη περίπου 705.000 λιγότερους κατοίκους μέσα σε 14 χρόνια. Οι γεννήσεις μειώνονται, οι νέοι φεύγουν και οι ηλικιωμένοι πληθαίνουν, όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρων Κοτζαμάνης, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο forum «Το Δημογραφικό και η Ελλάδα του 2040: Οικογένεια, Οικονομία, Σύγχρονος τρόπος ζωής».
Όπως προκύπτει, κατά την περίοδο 2011-2024, η κρίση προκάλεσε αντιστροφή των μεταναστευτικών ροών, με περισσότερες εξόδους από εισόδους. Έτσι, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί από την 1η/1/2011 έως την 1η/1/2025 κατά περίπου 705.000 άτομα, εκ των οποίων τα 500.000 οφείλονται στους περισσότερους θανάτους από τις γεννήσεις. Μάλιστα, στάθηκε στις δημογραφικές ανισότητες, καθώς οι δείκτες γονιμότητας, θνησιμότητας και κατανομής του εργατικού δυναμικού αλλάζουν δραματικά από περιοχή σε περιοχή.
Όπως σημείωσε ο κ. Κοτζαμάνης, χαρακτηριστικό της δημογραφικής πραγματικότητας είναι η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα πολύ μικρό τμήμα της χώρας, καθώς -σύμφωνα με την απογραφή του 2021- ένας στους δύο κατοίκους ζει στο 2% της επικράτειας, ενώ το 80% του πληθυσμού συγκεντρώνεται σε μόλις 710 από τους 12.500 οικισμούς.
Παράλληλα, επισήμανε πως οι γεννήσεις μετά το 1980 έχουν «καταρρεύσει», οδηγώντας σε σαφή υποχώρηση του αριθμού των νέων και ενίσχυση του ποσοστού των ηλικιωμένων. Σήμερα, οι ηλικιωμένοι άνω των 65 αποτελούν το 23% του πληθυσμού, ενώ τη δεκαετία 1950-1960 το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 6%-7%. Σε περιφερειακό επίπεδο, καταγράφονται αποκλίσεις που φτάνουν έως και το -14% σε πληθυσμό, ενώ άλλες περιοχές αυξάνονται κατά 15%. Σε δήμους η απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη: Υπάρχουν περιοχές όπου ο πληθυσμός μειώνεται κατά 33%. Σε νομούς, όπως τα Γρεβενά και η Ευρυτανία, η αναλογία γεννήσεων προς θανάτους αγγίζει το 1 προς 3,7.
Μάλιστα, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η μείωση του αριθμού παιδιών ανά οικογένεια συνεχίζεται αδιάλειπτα επί 130 χρόνια, με μικρή εξαίρεση τη μεσοπολεμική γενιά. Όπως είπε, μετά το 2060 ενδέχεται να υπάρξει κάποια βελτίωση, εφόσον ληφθούν μέτρα και λόγω της σταδιακής μείωσης των θανάτων, από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Αναλύοντας τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, μίλησε για τη στήριξη της οικογένειας και του παιδιού, τη μείωση του υψηλού κόστους ανατροφής, τη μείωση των έμφυλων διακρίσεων, τη διευκόλυνση του συνδυασμού οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, την ενίσχυση των εισοδημάτων των νέων και την αντιμετώπιση του Στεγαστικού, τα κίνητρα για να παραμείνουν οι νέοι σε αγροτικές περιοχές και τις ευκολίες για όσους θέλουν να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής.
Εφημερίδα Απογευματινή









