Μαρία Μαραγγέλη στη δίκη Novartis: «Οι αμερικανικές αρχές με έκριναν αξιόπιστη και με βράβευσαν»

Η πρώην «Αικατερίνη Κελέση» απολογήθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μιλώντας για τις καταθέσεις της σε Ελλάδα και ΗΠΑ
16:09 - 5 Ιανουαρίου 2026
Δίκη Novartis:

Εκτάκτως εμφανίστηκε σήμερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών η Μαρία Μαραγγέλη, γνωστή στο παρελθόν ως προστατευόμενη μάρτυρας με το ψευδώνυμο «Αικατερίνη Κελέση», στο πλαίσιο της δίκης για την υπόθεση Novartis. Το δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει άμεσα στην απολογία της, απορρίπτοντας το αίτημα της υπεράσπισης για αναβολή μίας ημέρας, ενώ η κατηγορούμενη όρισε και νέο συνήγορο.

Για πρώτη φορά, η Μαρία Μαραγγέλη παραδέχθηκε δημοσίως ότι κατέθεσε ως προστατευόμενη μάρτυρας και στις Ηνωμένες Πολιτείες, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι καταθέσεις της εκεί έγιναν μετά την ολοκλήρωση της συνεργασίας της με την ελληνική Δικαιοσύνη. Όπως είπε, οι αμερικανικές αρχές έκριναν αξιόπιστα όσα κατέθεσε και, χρόνια αργότερα, της απένειμαν χρηματική αμοιβή.

Οι καταγγελίες για τον Κωνσταντίνο Φρουζή

Η κατηγορούμενη, πρώην γραμματέας του Κωνσταντίνου Φρουζή στη Novartis, ανέφερε ότι ο άλλοτε ισχυρός άνδρας της φαρμακευτικής εταιρείας απομακρύνθηκε το 2015 λόγω οικονομικών ατασθαλιών, ενώ ακολούθησε εσωτερικός έλεγχος. Σύμφωνα με την ίδια, οι παρατυπίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, πλαστά τιμολόγια για λειτουργικά έξοδα, όπως καύσιμα και πάρκινγκ, καθώς και χειραγώγηση τιμών φαρμάκων.

Η Μαρία Μαραγγέλη περιέγραψε ότι στα τέλη του 2016 και τις αρχές του 2017 η Εισαγγελία Διαφθοράς πραγματοποίησε έφοδο στα γραφεία της εταιρείας, κατάσχοντας ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα στοιχεία, ενώ οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν πως η Novartis τελούσε υπό έλεγχο και από τις αμερικανικές αρχές.

Απειλές και ένταξη στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων

Κατά την απολογία της, η κατηγορούμενη αναφέρθηκε σε απειλές που, όπως ισχυρίστηκε, δέχθηκε από τον Κωνσταντίνο Φρουζή ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2015. Μίλησε για μηνύματα εκφοβισμού και για απειλές κατά της ίδιας και της οικογένειάς της, τις οποίες, όπως είπε, κατήγγειλε στις αρχές και στην εισαγγελέα Ελένη Τουλουπάκη. Όπως υποστήριξε, οι συνθήκες αυτές συνέβαλαν στην απόφασή της να ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και να καταθέσει όσα γνώριζε.

«Βρέθηκα μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Είτε θα έλεγα την αλήθεια είτε θα ήμουν εκτεθειμένη», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι αποφάσισε να μιλήσει για όσα είδε και έζησε μέσα στην εταιρεία.

Καταθέσεις σε Ελλάδα και ΗΠΑ και το «βραβείο»

Η Μαρία Μαραγγέλη υποστήριξε ότι αρχικά κατέθεσε αποκλειστικά στην ελληνική Δικαιοσύνη, χωρίς να γνωρίζει ότι διεξαγόταν παράλληλη έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπε, μόνο εκ των υστέρων ενημερώθηκε ότι οι αμερικανικές αρχές επιθυμούσαν να την εξετάσουν και, μετά την ολοκλήρωση των ελληνικών καταθέσεων, κλήθηκε από την αμερικανική πρεσβεία.

Σύμφωνα με την ίδια, ουδέποτε έγινε λόγος για αντάλλαγμα κατά τη διάρκεια των καταθέσεων, ενώ το χρηματικό ποσό που έλαβε το 2023, το χαρακτήρισε ως «βραβείο αξιοπιστίας» για τις πληροφορίες που παρείχε. Τόνισε δε ότι θεωρεί άδικη την πρωτόδικη καταδίκη της και γι’ αυτό άσκησε έφεση.

Κατά την εξέτασή της από την έδρα και την εισαγγελέα, η κατηγορούμενη επανέλαβε ότι κατέθεσε με βάση όσα είδε, κάνοντας λόγο για χρηματισμούς πολιτικών προσώπων μέσω φακέλων και διαφημιστικών εταιρειών. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε βαλίτσα με χρήματα που, όπως είπε, μεταφέρθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, χωρίς ωστόσο να ισχυριστεί ότι γνωρίζει ποιος τελικά παρέλαβε τα χρήματα.

Στις επίμονες ερωτήσεις του προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με τη βεβαιότητα των ισχυρισμών της, απάντησε ότι δεν δέχθηκε καμία πίεση και ότι περιέγραψε γεγονότα που η ίδια βίωσε ως «δεξί χέρι» του Κωνσταντίνου Φρουζή. Παραδέχθηκε πάντως ότι ορισμένες καταθέσεις δόθηκαν υπό συνθήκες έντονης πίεσης και πολύωρων νυχτερινών εξετάσεων, γεγονός που ενδεχομένως να δημιούργησε ασάφειες.

«Όσα είπα είναι αληθή»

Ολοκληρώνοντας την απολογία της, η Μαρία Μαραγγέλη επέμεινε ότι όλα όσα κατέθεσε είναι αληθή και, όπως είπε, επιβεβαιώνονται και από άλλες μαρτυρίες. Τόνισε επανειλημμένα ότι δεν είχε προσωπικό κίνητρο ή πρόθεση να πλήξει συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά στόχος της ήταν να περιγράψει τις πρακτικές που, κατά την άποψή της, εφαρμόζονταν εντός της Novartis.

Μετά την ολοκλήρωση της απολογίας της, δέχθηκε ερωτήσεις και από τους συνηγόρους υποστήριξης της κατηγορίας των πολιτικών προσώπων, δηλώνοντας ότι δεν έχει κάτι επιπλέον να προσθέσει.