Την ενοχή των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων στην υπόθεση της Novartis, γνωστών με τις κωδικές ονομασίες «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση», κατά κόσμον Φ. Δεστεμπασίδη και Μ. Μαραγγέλη, πρότεινε η εισαγγελέας της έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η πρόταση αφορά τις πλημμεληματικές κατηγορίες της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης.
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελική λειτουργός εμφανίστηκε ιδιαιτέρως επικριτική όχι μόνο απέναντι στους κατηγορουμένους, αλλά και προς όσους –όπως χαρακτηριστικά ανέφερε– «έπεσαν σαν τα κοράκια» και εκμεταλλεύτηκαν την υπόθεση. Μίλησε για προχειρότητα στις καταθέσεις και τόνισε ότι ο συνολικός χειρισμός της υπόθεσης συνιστά «βαρύ πλήγμα για τη Δημοκρατία και το κύρος της Δικαιοσύνης».
Καταθέσεις με εικασίες και “υπολογισμούς στο μυαλό”
Αναφερόμενη στο περιεχόμενο των καταθέσεων, η εισαγγελέας επεσήμανε τη σαφή διάκριση ανάμεσα στην περιγραφή μιας εικόνας και την απόδοση ποινικά κολάσιμων πράξεων. Όπως σημείωσε, ακόμη κι αν η πρώτη κατηγορούμενη πράγματι είδε τον Κωνσταντίνο Φρουζή να τοποθετεί χρήματα σε βαλίτσες, αυτό δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ισχυρισμός περί δωροδοκίας συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην παραδοχή του πρώτου κατηγορουμένου ότι προχώρησε σε «υπολογισμούς στο μυαλό του» αναφορικά με τα ποσά που φέρονται να διακινήθηκαν. «Πώς μπορεί ένας συνήγορος να αποδείξει ότι δεν συνέβη ένα περιστατικό, φτάνοντας στο σημείο να εξετάζουμε αν υπάρχει ή όχι πάρκινγκ στο Μέγαρο Μαξίμου;» διερωτήθηκε, κάνοντας λόγο για καταθέσεις που δεν συνάδουν ούτε με το μορφωτικό επίπεδο ούτε με την ευφυΐα των κατηγορουμένων.
Η εισαγγελέας τόνισε ότι ολόκληρη η υπόθεση στηρίχθηκε αποκλειστικά στις δύο αυτές μαρτυρίες, χαρακτηρίζοντας «τουλάχιστον περίεργο» τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν, ενώ δεν παρέλειψε να επιρρίψει ευθύνες και σε όσους τις υπέγραψαν. Παράλληλα, έκανε λόγο για πιέσεις που ασκήθηκαν σε εισαγγελικούς λειτουργούς της εποχής για ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι τέτοια φαινόμενα πρέπει να προβληματίζουν σε μια δημοκρατική χώρα.
«Οιονεί δεδικασμένο» για τα πολιτικά πρόσωπα
Στο νομικό σκέλος της υπόθεσης, η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι για τα πολιτικά πρόσωπα υπάρχει «οιονεί δεδικασμένο», καθώς οι σχετικές δικογραφίες έχουν τεθεί στο αρχείο. Όπως ανέφερε, το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει πράξεις για τις οποίες έχει ήδη κριθεί ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Ειδική μνεία έγινε στην υπόθεση του Γιάννης Στουρνάρας και της συζύγου του Λίνας Νικολοπούλου, με την εισαγγελέα να τονίζει ότι οι ισχυρισμοί περί χρηματοδότησης μέσω του Harvard Project και της εταιρείας Mindwork δεν συνοδεύτηκαν από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. «Για τον κ. Στουρνάρα δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά για δίωξη, ενώ για την κ. Νικολοπούλου δεν σχηματίστηκε καν δικογραφία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ανάλογο σκεπτικό ανέπτυξε και για τις περιπτώσεις των πολιτικών Άδωνις Γεωργιάδης, Δημήτρης Αβραμόπουλος και Ανδρέας Λοβέρδος, επισημαίνοντας ότι όταν υπάρχει αρχειοθέτηση, δεν μπορεί να παραμένει αιωρούμενη κατηγορία.
Αναφερόμενη τέλος στον Κωνσταντίνος Φρουζής, η εισαγγελέας σημείωσε ότι, λόγω της διπλής του ιδιότητας ως στελέχους της εταιρείας και προέδρου του ΣΦΕΕ, επεδίωκε επαφές με πολιτικά πρόσωπα για την προώθηση των συμφερόντων του κλάδου. Ωστόσο, όπως τόνισε, τίποτα δεν διασφαλίζει ότι όσα ισχυριζόταν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ενώ για τη Μαρία Μαραγγέλη διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο μετά από τόσα χρόνια.
Η εισαγγελέας κατέληξε ζητώντας την καταδίκη των κατηγορουμένων «στο μέτρο της ευθύνης που τους αναλογεί και όχι για τη συνολική δολοφονία χαρακτήρα που επήλθε», υπογραμμίζοντας ότι άλλοι εκμεταλλεύτηκαν τις καταθέσεις τους, χωρίς να τηρηθεί η δημοσιογραφική δεοντολογία.
Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται τις επόμενες ημέρες, μετά την ολοκλήρωση των αγορεύσεων των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας.






