Την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης που κατέθεσαν τέσσερις από τους καταδικασθέντες για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι πρότεινε η εισαγγελέας του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Νίκη – Αναστασία Μουζάκη. Οι αιτήσεις αφορούν την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκαν ποινές που οδήγησαν ορισμένους εκ των κατηγορουμένων στη φυλακή.
Ποιοι ζητούν αναίρεση της απόφασης
Οι προσφυγές στον Άρειο Πάγο έχουν κατατεθεί από τον τότε αρχηγό της Πυροσβεστικής Σωτήρη Τερζούδη, τον τότε υπαρχηγό Βασίλη Ματθαιόπουλο, τον πρώην γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Ιωάννη Καπάκη, καθώς και από τον κάτοικο που καταδικάστηκε για τον εμπρησμό. Οι τρεις πρώτοι εκτίουν ποινές φυλάκισης μετά την απόφαση του Εφετείου.
Στις αιτήσεις τους υποστηρίζουν ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, τόσο ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών όσο και ως προς το ύψος των ποινών. Μεταξύ άλλων, ζητούν να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του σύννομου βίου και να μετατραπεί η ποινή τους σε χρηματική, όπως είχε συμβεί σε πρώτο βαθμό.
Η εισαγγελική πρόταση
Η εισαγγελέας της έδρας εισηγήθηκε την πλήρη απόρριψη των αιτημάτων, τονίζοντας ότι η απόφαση του Εφετείου είναι επαρκώς αιτιολογημένη τόσο ως προς την κρίση περί ενοχής όσο και ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, για τη μη μετατροπή ή μη αναστολή της ποινής, σύμφωνα με τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία όταν πρόκειται για ποινές από τρία έως πέντε έτη.
Η παρουσία των συγγενών των θυμάτων
Στη δικαστική αίθουσα βρέθηκαν συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας, ζητώντας να μην αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική, Κάλλι Αναγνώστου, δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν ελαφρυντικά, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως, με τις παραλείψεις τους, στέρησαν από δεκάδες ανθρώπους το δικαίωμα στη ζωή.
Η τελική απόφαση του Αρείου Πάγου αναμένεται να κρίνει εάν η εφετειακή απόφαση θα παραμείνει σε ισχύ ή αν η υπόθεση θα οδηγηθεί σε νέα δικαστική κρίση.










