Νέα αναβολή έλαβε η κρίσιµη συζήτηση στο Γ’ Τµήµα του Συµβουλίου της Επικρατείας για τις πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν στους τέσσερις αστυνοµικούς, οι οποίοι βρίσκονταν σε καίριες θέσεις την ηµέρα της δολοφονίας της Κυριακής Γρίβα, έπειτα από προσφυγή της Εθνικής Αρχής ∆ιαφάνειας (ΕΑ∆) στο Ανώτατο Ακυρωτικό ∆ικαστήριο. Η συγκλονιστική δολοφονία της 28χρονης Κυριακής Γρίβα έφερε στο «προσκήνιο» το φλέγον ζήτηµα των εγκληµάτων ενδοοικογενειακής βίας και του τρόπου που αντιµετωπίζονταν από τις αρµόδιες αρχές.
Η 28χρονη Κυριακή το βράδυ της δολοφονίας της απευθύνθηκε στην Αστυνοµία, πηγαίνοντας στο Αστυνοµικό Τµήµα Αγίων Αναργύρων και ζητώντας προστασία. Τελικά, δολοφονήθηκε έξω από το Αστυνοµικό Τµήµα από τον πρώην σύντροφό της, χωρίς, όπως κατέδειξε και το τραγικό αποτέλεσµα της στυγερής δολοφονίας της, να δεχθεί τη βοήθεια που έπρεπε. Η δολοφονία της Κυριακής τον Απρίλιο του 2024 σόκαρε τη χώρα. Πέρα από τον δράστη της δολοφονίας, στο «στόχαστρο» µπήκαν και οι αστυνοµικοί που δεν έπραξαν το καθήκον τους.
Οι πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν στους τέσσερις αστυνοµικούς που ενεπλάκησαν στην υπόθεση και εκείνο το βράδυ βρίσκονταν σε κρίσιµα πόστα θεωρήθηκαν ιδιαίτερα επιεικείς, γεγονός που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Σε βάρος των εµπλεκόµενων αστυνοµικών είχαν επιβληθεί πειθαρχικές ποινές που κυµαίνονταν από πρόστιµο 300 ευρώ έως προσωρινή παύση από την εργασία τους, διάρκειας έξι µηνών.
Η προσφυγή
Οι πειθαρχικές αποφάσεις δεν θεωρήθηκαν επαρκείς από την Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας, η οποία άσκησε προσφυγή στο Συµβούλιο της Επικρατείας,
ζητώντας την επανεξέτασή τους. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, οι επιβληθείσες ποινές θα απασχολήσουν το Γ’ Τµήµα του Συµβουλίου της Επικρατείας, σε πενταµελή σύνθεση, το οποίο καλείται να κρίνει τη νοµιµότητα και την επάρκεια των πειθαρχικών κυρώσεων. Η εκδίκαση της υπόθεσης ωστόσο, που ήταν προγραµµατισµένη για την προσεχή Πέµπτη 5 Φεβρουαρίου, έλαβε αναβολή για τις 4 Ιουνίου, ενώ ήδη έχει αναβληθεί άλλη µία φορά.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση της δολοφονίας της Κυριακής Γρίβα, που ανέδειξε µε ιδιαίτερη ένταση το ζήτηµα της αστυνοµικής ανταπόκρισης σε περιστατικά ενδοοικογενειακής και έµφυλης βίας, καθώς και τις ευθύνες των αρµόδιων οργάνων, όταν πολίτες απευθύνονται στις αρχές ζητώντας προστασία, οδήγησε σε σηµαντικές αλλαγές, και νοµοθετικές και οργανωτικές, προκειµένου τα θύµατα αυτών των εγκληµάτων να προστατεύονται.
Παράλληλα, εκτός της πειθαρχικής διαδικασίας, σε βάρος των αστυνοµικών έχουν κινηθεί και ποινικές διώξεις για το κακούργηµα της θανατηφόρας έκθεσης, διά παραλείψεως, από υπόχρεο πρόσωπο, κατηγορία για την οποία οι αστυνοµικοί απολογήθηκαν ενώπιον της αρµόδιας ανακρίτριας προ µερικών µηνών.
Πρόκειται για τη νεαρή αξιωµατικό υπηρεσίας που βρισκόταν µέσα στο Αστυνοµικό Τµήµα Αγίων Αναργύρων, την έµπειρη επόπτρια του Τµήµατος, τον φρουρό που ήταν παρών στο σηµείο της δολοφονίας χωρίς να αντιδράσει, καθώς και τον τηλεφωνητή της Αµεσης ∆ράσης, ο οποίος φέρεται να µην παρείχε την απαιτούµενη συνδροµή στο θύµα. Οι κατηγορούµενοι αρνήθηκαν την αποδιδόµενη κακουργηµατική κατηγορία και υποστήριξαν πως εκείνη την ηµέρα έπραξαν το καθήκον τους, ενεργώντας βάσει των πρωτοκόλλων.
Μετά τις απολογίες τους και οι τέσσερις αφέθηκαν ελεύθεροι µε περιοριστικούς όρους. Ολοι οι κατηγορούµενοι είχαν προηγουµένως κληθεί ως ύποπτοι να παράσχουν εξηγήσεις στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας.
Το ζήτηµα της λογοδοσίας
Η Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 2024 και το έγκληµα προκάλεσε ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό σοκ, καθώς διεπράχθη µόλις λίγα µέτρα από την είσοδο του Αστυνοµικού Τµήµατος Αγίων Αναργύρων. Η 28χρονη γυναίκα είχε µεταβεί στο Τµήµα ζητώντας προστασία από τον πρώην σύντροφό της, µε τον οποίο είχε ιστορικό βίαιης συµπεριφοράς. Παρά την παρουσία της Αστυνοµίας, και ενώ βρισκόταν σε διαδικασία αναζήτησης βοήθειας, δέχθηκε θανάσιµη επίθεση µε µαχαίρι από τον δράστη, ο οποίος την περίµενε έξω από το κτίριο.
Η οικογένεια της Κυριακής Γρίβα από την πρώτη στιγµή ζήτησε την πλήρη διερεύνηση των ευθυνών όχι µόνο του δράστη, αλλά και όσων όφειλαν να την προστατεύσουν. Ο πρώην σύντροφος της Κυριακής Γρίβα οδηγήθηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού ∆ικαστηρίου Αθηνών, όπου δικάστηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεµη ψυχική κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της ακροαµατικής διαδικασίας, το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισµούς περί µειωµένου καταλογισµού και έκρινε ότι ο δράστης ενήργησε µε πλήρη επίγνωση των πράξεών του.
Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, επισηµαίνοντας τον ιδιαίτερα σκληρό και προσχεδιασµένο χαρακτήρα του εγκλήµατος. Η απόφαση θεωρήθηκε σταθµός, τόσο για τη συγκεκριµένη υπόθεση όσο και για την ευρύτερη συζήτηση γύρω από την έµφυλη
βία και την προστασία των θυµάτων. Παρά την καταδίκη του δράστη, η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα παραµένει ανοιχτή όσον αφορά το σκέλος των ευθυνών των αστυνοµικών και σε πειθαρχικό και σε ποινικό επίπεδο, µε την κρίση του Συµβουλίου της Επικρατείας να θεωρείται κοµβική για το ζήτηµα της λογοδοσίας των αρµόδιων οργάνων του κράτους.
Κυριακάτικη Απογευματινή











