Στην Οικονομική Εισαγγελία διαβιβάστηκε το πόρισμα της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος σχετικά με την υπόθεση υπεξαίρεσης εθνικών και κοινοτικών κονδυλίων, με βασικό πρόσωπο τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο και ακόμη πέντε εμπλεκόμενους.
Μετά την παραλαβή του πορίσματος, ο επικεφαλής της Οικονομικής Εισαγγελίας Παναγιώτης Καψιμάλης διέταξε επείγουσα προκαταρκτική εξέταση τόσο για τα έξι φυσικά πρόσωπα όσο και για τις έξι εταιρείες που αναφέρονται στην έκθεση.
Έρευνα για πιθανά κακουργήματα
Την υπόθεση ανέλαβε επίκουρος Οικονομικός Εισαγγελέας, ο οποίος θα διερευνήσει εάν στοιχειοθετούνται τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Στο πλαίσιο των πρώτων ενεργειών, αναμένεται να επιδοθούν στους εμπλεκόμενους οι διατάξεις δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών και ακινήτων, με στόχο τη διασφάλιση τυχόν παράνομου οφέλους.
Δικαστικές κινήσεις
Οι ελεγχόμενοι διατηρούν το δικαίωμα να προσφύγουν κατά των δεσμεύσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ζητώντας την αποδέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων.
Παράλληλα, ο εισαγγελέας θα προχωρήσει στη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού, ζητώντας στοιχεία από τράπεζες, Κτηματολόγιο και άλλες ελεγκτικές υπηρεσίες, ώστε να αποτυπωθεί πλήρως η οικονομική διαδρομή των χρημάτων.
Κρίσιμες αποφάσεις για τις διώξεις
Αφού ολοκληρωθεί η συλλογή των στοιχείων, ο Γιάννης Παναγόπουλος και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Μετά την αξιολόγηση των εξηγήσεων και του υλικού της έρευνας, η Οικονομική Εισαγγελία θα αποφασίσει εάν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις ή αν η υπόθεση θα τεθεί στο αρχείο.
«Οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών
Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της διάταξης, τα κονδύλια αυτά είχαν εγκριθεί και εκταμιευθεί αποκλειστικά για την υλοποίηση εκπαιδευτικών και καταρτιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, κατά την έρευνα της Αρχής προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι η διαχείρισή τους γινόταν μέσω ενός σταθερού μηχανισμού αναθέσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, οι οποίες φέρονται να λειτουργούσαν ως «οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, μέρος των χρηματοδοτήσεων φέρεται να καταβαλλόταν χωρίς να αντιστοιχεί σε πραγματικό έργο ή επαρκή παραδοτέα, ενώ ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες εμφανίζονταν να στερούνται του αναγκαίου προσωπικού και της οργανωτικής υποδομής για την ουσιαστική υλοποίηση των έργων που αναλάμβαναν. Το στοιχείο αυτό, κατά τη διάταξη, ενισχύει τις υπόνοιες ότι οι συγκεκριμένες δομές χρησιμοποιήθηκαν για τη συστηματική διακίνηση κεφαλαίων και την τελική ιδιοποίησή τους από τους πραγματικούς δικαιούχους.
Το συνολικό ποσό του φερόμενου εγκληματικού οφέλους, όπως ρητά προσδιορίζεται, εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2.096.344,19 ευρώ. Σύμφωνα με το πόρισμα, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά, αφού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, στη συνέχεια αναμείχθηκαν με άλλα νόμιμα περιουσιακά στοιχεία και χρησιμοποιήθηκαν σε οικονομικές δραστηριότητες, με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικής τους προέλευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ακινήτων, μέχρι του ύψους του φερόμενου παράνομου οφέλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα μελλοντικής δήμευσης. Παράλληλα, ελέγχονται κινήσεις λογαριασμών, μεταφορές χρημάτων και αναλήψεις μετρητών, καθώς και η πορεία των κονδυλίων από την εκταμίευση έως την τελική τους κατάληξη.
Μετά την ολοκλήρωση της συλλογής του αποδεικτικού υλικού, οι ελεγχόμενοι θα κληθούν σε παροχή εξηγήσεων. Στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, η Οικονομική Εισαγγελία θα κρίνει εάν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις για υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή εάν η υπόθεση θα τεθεί στο αρχείο.
Διαβάστε επίσης:
Αποκάλυψη Big Mouth: Το «σύστημα» κατάρτισης με εμπλοκή Παναγόπουλου και κυβερνητικών στελεχών










