Σε πλήρη εξέλιξη και με συνεχώς διευρυνόμενο εύρος βρίσκεται η έρευνα της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος στην υπόθεση που αφορά τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, και τη φερόμενη παράνομη διαχείριση κονδυλίων από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα. Οι έλεγχοι κινούνται πλέον σε δύο επίπεδα, τόσο στο οικονομικό σκέλος όσο και στο δίκτυο προσώπων που φέρεται να συμμετείχαν ή να διευκόλυναν τις επίμαχες διαδικασίες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο μικροσκόπιο μπαίνουν στενοί συγγενείς των ήδη εμπλεκόμενων προσώπων, αλλά και μικρότερες εταιρείες που συνδέονται με αντίστοιχα χρηματοδοτικά προγράμματα, με την Αρχή να χαρτογραφεί τη ροή των κεφαλαίων και τις διαδρομές τους.
Στο επόμενο στάδιο και πολιτικά πρόσωπα
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι η έρευνα εκτιμάται πως θα επεκταθεί και σε πρόσωπα που είχαν ρόλο στις εγκρίσεις και τη διαχείριση των επίμαχων προγραμμάτων. Πρόκειται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, για άτομα που ενδέχεται να κατείχαν ακόμη και πολιτική ιδιότητα, γεγονός που προσδίδει στην υπόθεση ευρύτερη θεσμική διάσταση.
Τι αποδίδεται στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ
Στο επίκεντρο της δικογραφίας βρίσκεται ο Γιάννης Παναγόπουλος, στον οποίο αποδίδεται ότι αξιοποίησε τη θεσμική του θέση σε συνδικαλιστικούς και συνδεδεμένους εκπαιδευτικούς φορείς για τη διαχείριση χρηματοδοτήσεων με τρόπο που ελέγχεται ως παράνομος. Μαζί του φέρονται να εμπλέκονται ακόμη πέντε φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες.
Τα κονδύλια είχαν εγκριθεί για την υλοποίηση προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της Αρχής, φαίνεται πως διοχετεύονταν συστηματικά σε συγκεκριμένες εταιρείες μέσω απευθείας αναθέσεων ή διαδικασιών που λειτουργούσαν ως μηχανισμός μεταφοράς χρημάτων.
Εταιρείες χωρίς έργο
Η έρευνα κατέδειξε ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι πληρωμές δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικό έργο ή επαρκή παραδοτέα, ενώ ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες εμφανίζονταν χωρίς το απαραίτητο προσωπικό και την οργανωτική δομή για να υλοποιήσουν τα έργα που αναλάμβαναν.
Το στοιχείο αυτό ενισχύει τις υποψίες ότι οι εταιρείες χρησιμοποιούνταν ως «οχήματα» για τη συστηματική διακίνηση κεφαλαίων και την τελική ιδιοποίησή τους από τους πραγματικούς δικαιούχους.
Πάνω από 2 εκατ. ευρώ το παράνομο όφελος
Σύμφωνα με τη διάταξη δέσμευσης, το συνολικό ύψος του φερόμενου εγκληματικού οφέλους υπερβαίνει τα 2,09 εκατομμύρια ευρώ. Τα ποσά αυτά, όπως αναφέρεται στο πόρισμα, φέρονται να αναμείχθηκαν με νόμιμα περιουσιακά στοιχεία και να διοχετεύτηκαν σε οικονομικές δραστηριότητες με στόχο τη συγκάλυψη της προέλευσής τους.
Δεσμεύσεις λογαριασμών και περιουσίας
Στο πλαίσιο της έρευνας, η Αρχή διέταξε τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ακινήτων έως το ύψος του φερόμενου παράνομου οφέλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα μελλοντικής δήμευσης.
Παράλληλα, ελέγχονται αναλυτικά οι κινήσεις λογαριασμών, οι μεταφορές χρημάτων και οι αναλήψεις μετρητών, με στόχο να αποτυπωθεί πλήρως η πορεία των κονδυλίων από την εκταμίευση έως την τελική τους κατάληξη.






