Έρευνα της “Α”: Τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ καταπίεσης και κακοποίησης

Η «Απογευματινή» με αφορμή την εξαφάνιση της 16χρονης Λόρα ανοίγει τον φάκελο «Οικογένεια» - 3 στα 4 παιδιά παγκοσμίως μπορεί να υφίστανται τακτικά ψυχολογική βία
10:49 - 14 Φεβρουαρίου 2026

Το «θρίλερ» της μυστηριώδους φυγής της 16χρονης Γερμανίδας Λόρα Λόμπτεφ, που μετράει πλέον πάνω από έναν μήνα και αποδεικνύεται ότι πρόκειται τελικά για ένα άρτια σκηνοθετημένο σχέδιο εξαφάνισης που είχε στήσει υπομονετικά η ίδια, φέρνει στο προσκήνιο την παθογένεια των ακραίων οικογενειακών ορίων. Η πολύκροτη υπόθεση, η οποία βρίσκεται στο «μικροσκόπιο» των Αρχών σε Ελλάδα και Γερμανία, αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την επιβολή κανόνων οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού από τον απόλυτο έλεγχο και τη συστηματική καταπίεση που οδηγεί σε «ασφυξία» και, τελικά, σε ένα είδος κακοποίησης. Έτσι, όταν οι κανόνες υπερβαίνουν τη λογική και το σπίτι παύει να είναι καταφύγιο, το παιδί είναι πιθανό να οδηγηθεί σε απεγνωσμένη φυγή.

Καθοριστικός και σωτήριος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του περίγυρου -είτε είναι οι συγγενείς είτε η γειτονιά και το σχολείο- ο οποίος, δυστυχώς, τις περισσότερες φορές σιωπά. Την ίδια στιγμή, η αδράνεια που επιδεικνύει πολλές φορές ο ένας από τους δύο γονείς -συνήθως η μητέρα- διαιωνίζει μια αρρωστημένη κατάσταση που μετατρέπει το σπίτι, στα μάτια του ανήλικου, σε κολαστήριο.

Η «Απογευματινή» επικοινώνησε με τη διακεκριμένη ψυχολόγο-παιδοψυχολόγο Αλεξάνδρα Καππάτου, η οποία εξηγεί ότι τα όρια είναι απαραίτητα στη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού, γιατί του δημιουργούν σταθερότητα, ασφάλεια και ουσιαστικά του διδάσκουν, σταδιακά, την αυτορρύθμιση. Επίσης, ενισχύουν τη σχέση με τους γονείς του καθώς και την εμπιστοσύνη του προς αυτούς. «Ωστόσο, τα όρια επιβάλλονται ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και τη φάση της ανάπτυξής του. Άλλα όρια βάζουμε σε ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, άλλα σχολικής και άλλα στην εφηβεία. Ειδικά στην εφηβεία, τα όρια τίθενται με τη συνεργασία και τη συναίνεση του παιδιού. Κάποιοι γονείς, όμως, δυσκολεύονται για διάφορους λόγους να διακρίνουν τα υγιή και αναγκαία όρια, που αποτελούν οδηγό θετικής γονεϊκότητας και φάρο στην ανάπτυξη του παιδιού. Επιβάλλουν, λοιπόν, τα όρια με τρόπο αυταρχικό, υπερβολικό, με απειλές, τρόμο, δείχνοντας κυριαρχία, αγνοώντας τα “θέλω” του, μην υπολογίζοντας τα συναισθήματά του και χωρίς κανέναν διάλογο. Παίρνουν, δηλαδή, τη μορφή επιβολής, με διαρκή έλεγχο, απαγορεύοντας ασφυκτικά στο παιδί κάθε διάθεση αυτονόμησης, επαφής ή επικοινωνίας με συνομηλίκους, υπό τον φόβο της τιμωρίας. Έτσι, ο έφηβος μετατρέπεται ουσιαστικά σε άβουλο άτομο και είναι σε απόγνωση, που δεν του επιτρέπεται να προχωρήσει και να αναπτυχθεί».

Υψώνει τείχος

Σύμφωνα με την κυρία Καππάτου, «το παιδί που υφίσταται αυτή την κακοποίηση, ουσιαστικά την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπό τον μανδύα της προσοχής και της φροντίδας, μεγαλώνει σε μια ιδιότυπη φυλακή και οι γονείς από προστάτες και συνοδοιπόροι μετατρέπονται σε τυράννους!». Αποτέλεσμα είναι ο έφηβος να οδηγείται σε απόγνωση, να αναπτύσσει θυμό, να αποσυνδέεται από τον πατέρα και τη μητέρα του και το τοξικό αυτό περιβάλλον: «Ονειρεύεται τη φυγή του, θέλει να ξεφύγει από την οικογενειακή φυλακή, να αποκτήσει την ελευθερία του, να εκδικηθεί παρά τον φόβο που αισθάνεται. Κλείνεται στον εαυτό του, παγώνοντας τα συναισθήματά του, δεχόμενος παθητικά αυτή την κατάσταση. Υψώνει ένα τείχος που δεν μπορεί κανείς να το διαπεράσει, υποκρύπτοντας οργή και απόγνωση, λέγοντας πολλές φορές ακόμα και ψέματα».

Το παιδί που βιώνει μια τέτοια δύσκολη και ασφυκτική καθημερινότητα, συνήθως από τον έναν γονιό, πολλές φορές δεν έχει σύμμαχο τον άλλο, ο οποίος αδυνατεί να δείξει σθένος και να προβάλει αντίσταση: «Δεν είναι λίγες οι φορές που ο άλλος γονιός -τις περισσότερες των περιπτώσεων είναι η μητέρα- μαθαίνει να “παγώνει” τα συναισθήματά του ζώντας με έναν κυριαρχικό και αυταρχικό σύντροφο, ενώ σταδιακά παραιτείται γιατί θεωρεί ότι δεν έχει κάποια δύναμη να αλλάξει κάτι. Μπορεί και στο παρελθόν να είχε προβάλει αντίσταση, να είχε κάνει προσπάθεια να αλλάξει κάτι, αλλά δυστυχώς έπεσε στο κενό, πιθανώς με βίαιο τρόπο. Έτσι, ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει σε μια τέτοια δραματική κατάσταση είναι η σιωπή και η υποταγή».

Όπως επισημαίνει η γνωστή ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος, «σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει και η οικονομική εξάρτηση, ενώ ο γονιός αυτός στην πορεία μπορεί να δημιουργήσει τη λανθασμένη πεποίθηση ότι η κακοποίηση που εισπράττει το παιδί της από τον πατέρα (συνήθως) δεν είναι μια κατακριτέα πράξη, ένα έγκλημα, αλλά μια αναγκαία συμπεριφορά, προκειμένου να περάσει το μήνυμα στον γιο ή στην κόρη που δεν υπακούει. Η γυναίκα αυτή συνήθως είναι άτομο παθητικό, που δεν παίρνει πρωτοβουλία και δυστυχώς γίνεται συνένοχο μιας σιωπής. Αυτή η παθητικότητα που επιδεικνύει είναι ένας τρόπος να αποσυνδέεται από μια τέτοια κατάσταση. Κλείνει την “κάνουλα” των συναισθημάτων της. Δημιουργεί μια αίσθηση ότι αυτά τα πράγματα, αυτές οι αντιδράσεις από πλευράς συντρόφου δεν είναι και τόσο τρομερές και πως έχουν έναν σκοπό παιδαγωγικό. Εθελοτυφλεί, γιατί αλλιώς θα κατέρρεε και η ίδια. Είναι και η ίδια θύμα, χωρίς πυγμή και ανάστημα για να μπορέσει να βγει μπροστά και να αποτελέσει ασπίδα για το παιδί της».

Ο ρόλος του σχολείου

Αναφορικά με τον περίγυρο, η κυρία Καππάτου σημειώνει ότι μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, καθώς αν κάποιο άτομο είναι εκπαιδευμένο ή υποψιασμένο, έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει συμπτώματα κακοποίησης: «Το σχολείο είναι ένας σύμμαχος του παιδιού, εκτός από τη μαθησιακή του διαδικασία και στην ψυχική του ανάπτυξη. Γιατί οι εκπαιδευτικοί βλέπουν με ποιον τρόπο ένα παιδί κινείται μέσα στο σχολικό περιβάλλον, πώς συμπεριφέρεται την ώρα του μαθήματος και του προαυλίου και ποια η σχέση του με τους συμμαθητές του. Υπάρχουν μερικά καμπανάκια συναγερμού, εμείς τα λέμε “κόκκινες γραμμές”. Το παιδί καλείται να ακολουθήσει διάφορους κανόνες -και μέσα στην τάξη και εκτός τάξης- οπότε με αυτόν τον τρόπο και από τις αντιδράσεις του μπορεί ο εκπαιδευτικός να αντιληφθεί με ποιον τρόπο το παιδί βιώνει την έννοια της εξουσίας, αν παρουσιάζει φόβο, αν βρίσκεται σε υπερεγρήγορση, αν τρομοκρατείται εύκολα, αν νιώθει ενοχές. Μήπως μιμούμενο τον αυταρχισμό που έχει βιώσει, ουσιαστικά μιμείται αυτήν τη συμπεριφορά χρησιμοποιώντας τον θυμό για τη διαχείριση των συγκρούσεων;».

Για την παιδοψυχολόγο η σιωπή είναι βασικό πρόβλημα: «Είναι ένα πρόβλημα στο οποίο καλούμαστε ως κοινωνία να αντιδράσουμε. Πολλοί ξέρουν και δεν μιλούν, έχει ενσταλαχθεί ο φόβος μέσα τους. Την ίδια ώρα, όμως, τα στοιχεία τρομοκρατούν, αφού ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι 3 στα 4 παιδιά παγκοσμίως μπορεί να υφίστανται τακτικά ψυχολογική βία ή σωματική τιμωρία από τους γονείς τους, τη στιγμή που όλες οι ψυχολογικές εταιρείες του κόσμου έχουν καταλήξει ότι η άσκηση βίας βλάπτει πολλαπλά την ανάπτυξη του παιδιού και αφήνει ισχυρό αποτύπωμα στον ψυχισμό του. Επίσης, όταν κακοποιείται ένα παιδί υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες (40%-60%) να κακοποιείται ταυτόχρονα και η μητέρα του από το ίδιο άτομο. Άρα, πώς μπορεί η μάνα να λειτουργήσει με έναν διαφορετικό τρόπο;».

Εφημερίδα Απογευματινή