Χακί τζάκετ στρατιωτικό, παντελόνι παραλλαγής στον ίδιο χρωµατικό τόνο, χαµηλά άρβυλα, ώστε να κουµπώνει καλά το βραχιολάκι στο δεξί πόδι, παχύ
και στριφτό στις άκρες µουστάκι, χαµόγελο, µάτια σπινθηροβόλα, χέρια ακουµπισµένα στα γόνατα, σώµα γερµένο ελαφρώς µπροστά έτοιµο να σηκωθεί
από την καρέκλα για να αρπάξει την ευκαιρία. Ο Χρήστος Μαυρίκης δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο Γαβριηλίδης, ένας ηλικιωµένος δικαστής τη δεκαετία του
1990, τον είχε χαρακτηρίσει αθεόφοβο.
Κι έτσι παραµένει έως σήµερα, στα 75 του περίπου.
Η «Κυριακάτικη Απογευµατινή» τον συνάντησε στα µέσα της εβδοµάδας σε µία από τις αίθουσες του Αυτοφώρου να κάθεται στην πρώτη σειρά, περιµένοντας
να ανεβεί ο πρόεδρος του Μονοµελούς για να ξεκινήσει η δίκη του. Είχε συλληφθεί το προηγούµενο βράδυ σε διπλανό από το σπίτι του οικόπεδο στα Σπάτα,
έπειτα από τηλεφώνηµα του Τανζανού οικονόµου του στην Αστυνοµία. Είχε πυροβολήσει µε πιστόλι φωτοβολίδων στον αέρα για να τον εκφοβίσει, «επειδή µου χρωστούσε νοίκια και έλεγε ότι θα µε σφάξει γιατί είµαι άπιστος κι εκείνος µουσουλµάνος».
Λίγους µήνες νωρίτερα είχε τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισµό για το κακούργηµα της δωροδοκίας αρεοπαγίτη. Συγκεκριµένα, του έστειλε επιστολή ζητώντας παρέµβαση σε επαγγελµατική του υπόθεση έναντι αµοιβής. «Είναι ψέµα, πέρα για πέρα. Περιµένω το δικαστήριο τον Μάρτιο για να το αποδείξω» λέει
στην «Κυριακάτικη Α», σηκώνοντας το δεξί µπατζάκι του παντελονιού του για να δείξει την ηλεκτρονική συσκευή.
Με τους δικαστές είχε ξαναµπλέξει το 1997, όταν καταδικάστηκε για απόπειρα δωροδοκίας δικαστικού σε υπόθεση λαθρεµπορίας καυσίµων και αρκετές φορές έχει χρησιµοποιήσει όπλο φωτοβολίδων ή αεροβόλο για εκφοβισµό.
Μυθιστόρηµα
Η ζωή του «αρχικοριού» είναι πραγµατικά µυθιστορηµατική ανάµεσα στην πλάνη και στην αλήθεια. Χαρακτηριστικό του Μαυρίκη είναι ότι µιλά σε όλους
και απαντά στο τηλέφωνο ακόµη και όταν είναι στο κρατητήριο. ∆εν κρύβει το παραµικρό, αρκεί να ξέρει κάποιος τι θα τον ρωτήσει, γιατί διαφορετικά θα
αποφύγει τη συζήτηση µε τρόπο απαξιωτικό.
Πιθανολογείται ότι ξεκίνησε την πορεία του µέσα στη χούντα µε άλλο όνοµα. Τον πρώτο καιρό της Μεταπολίτευσης εξαφανίστηκε και επανήλθε ως νέος
υπάλληλος του ΟΤΕ µετά το ’81, όταν πια διευθυντής του Οργανισµού ήταν ο Φάνης Τόµπρας. Εκείνος είχε χαθεί νωρίτερα, όταν αµνηστεύθηκε τον ∆εκέµβριο του 1967 από τους χουντικούς λίγες µέρες µετά το αποτυχηµένο βασιλικό αντικίνηµα.
Γνωστός στους πολιτικοστρατιωτικούς κύκλους ο Τόµπρας, ήταν απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και υπηρετούσε στην ΚΥΠ, όταν κατηγορήθηκε και τελικώς καταδικάστηκε, παραµονές του πραξικοπήµατος, για συµµετοχή στην παραστρατιωτική οργάνωση ΑΣΠΙ∆Α του Ανδρέα Παπανδρέου. Χρόνια αργότερα, στο «βρώµικο ’89», λεγόταν ότι «ο Χρήστος µε τον Πανταζή ‘‘άκουγαν’’ τον Παττακό και τον Μακαρέζο για λογαριασµό του Τόµπρα που ενηµέρωνε τον Ανδρέα στο εξωτερικό».
«Μπατζανάκια»
Ο Πανταζής Χρονόπουλος, αστυνοµικός για χρόνια του Ευάγγ. Γιαννόπουλου, είχε µεγαλώσει µε τον Μαυρίκη στη Ζαχάρω και στα γύρω χωριά του Καϊάφα
στην Ηλεία. Στο ΠΑΣΟΚ τούς κωδικοποιούσαν ως «µπατζανάκια» και διαδόθηκε ευρέως πως παγίδευαν τα τηλέφωνα του Κων. Μητσοτάκη και συνεργατών
του. Ο Τόµπρας συνελήφθη και παραπέµφθηκε ως «αρχικοριός», ωστόσο απηλλάγη αργότερα επειδή το Ειδικό ∆ικαστήριο δεν παρέπεµψε τον κατηγορηθέντα ως εντολέα του Ανδρέα Παπανδρέου. Το άστρο του Μαυρίκη έλαµψε τον Απρίλιο του 1993 όταν κατήγγειλε πως τον είχαν βάλει από την κυβέρνηση να παγιδεύσει το σταθερό τηλέφωνο του γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και πολλών άλλων πολιτικών προσώπων. Η υπόθεση αφορούσε την παράνοµη παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων τής τότε κυβέρνησης, στελεχών της κυβέρνησης και άλλων προσώπων, που είχε ξεκινήσει από το 1987. Τα όσα ισχυρίστηκε προκάλεσαν πολιτικό σεισµό, οδηγώντας στη σύσταση προανακριτικής επιτροπής το 1994.
Οι καταγγελίες επιβεβαιώθηκαν από τεχνικές έρευνες στα ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ και η υπόθεση παρουσιάστηκε από τον τότε Τύπο ως σύµβολο της διαπλοκής
και της παραβίασης θεµελιωδών δηµοκρατικών δικαιωµάτων, µε έντονη κριτική για την έλλειψη διαφάνειας και τη χρήση των παρακολουθήσεων ως εργαλείο. Τελικά, θα οδηγηθεί στις φυλακές, καθώς κρίθηκε ένοχος από το Πενταµελές Εφετείο της Αθήνας για απόπειρα εκβίασης σε βαθµό κακουργήµατος, παραβίαση απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και παράνοµη βία. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε ζητήσει να παραπεµφθούν σε δίκη, προκειµένου να αποδείξουν ότι Μαυρίκης και Τόµπρας λειτουργούσαν για λογαριασµό του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο η Προανακριτική δεν προχώρησε έπειτα από παρέµβαση του Παπανδρέου.
Γνωριµίες
Στο διάστηµα που έµεινε και µπαινόβγαινε στη φυλακή, έως το 1998-1999, επεδίωξε να κάνει γνωριµίες ωστόσο οι περισσότεροι τον απέφευγαν λόγω των
σκανδαλωδών διαστάσεων της υπόθεσής του («εθνικός κοριός») αλλά και του πρότερου βίου του. Οι καιροί άλλαζαν, οι παλαιοί πρωταγωνιστές έφευγαν
από το προσκήνιο ή από τη ζωή, εκείνος όµως ουδέποτε κατέθεσε τα όπλα.
Συστηνόταν πότε ως συνεργάτης γραφείων ντετέκτιβ, µε ειδίκευση φυσικά στις… συνακροάσεις, και πότε ως µεσίτης «φιλέτων» σε Γέρακα, Σπάτα, Παιανία, Υµηττό και Μπογιάτι, όπου το 2008- 2009 αναφέρθηκε ότι µε τον ∆ηµοσθένη Βεργή των Οικολόγων είχε βάλει στο µάτι δασική έκταση 42,8 στρεµµάτων,
για την οποία του ζητήθηκε µεσολάβηση ώστε να αποχαρακτηριστεί. Το αποτέλεσµα ήταν οδυνηρό, καθώς το 2014 ο Βεργής καταδικάστηκε σε 37 χρόνια φυλάκιση (εξέτισε µικρό µέρος της ποινής) και ένας δασάρχης της περιοχής σε 14.
Κυριακάτικη Απογευματινή








