«Έσβησε» από λοίμωξη του αναπνευστικού, ενώ έπασχε και από Αλτσχάιμερ, στα 87 του χρόνια ο Γιώργος Μαρίνος, ο πρώτος Έλληνας showman. Ένας λαμπρός καλλιτέχνης, που, με το ευρηματικό χιούμορ, τις καυστικές ατάκες, τις μιμήσεις, τα σκετς του, διαμόρφωσε ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα του ’60 και απαιτητικότατο είδος ψυχαγωγίας. Δεν ήταν απλώς ηθοποιός, τραγουδιστής ή κωμικός – υπήρξε πολυτάλαντος performer. Είτε επιδοκιμάζει κανείς είτε όχι το είδος της ψυχαγωγίας που εισήγαγε στη χώρα μας, οφείλει να ομολογήσει ότι άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το κοινό της Ελλάδας έκτοτε αντιλαμβανόταν το ζωντανό θέαμα – είτε επικεντρωθούμε στη stand up κωμωδία της πίστας είτε στις μουσικοθεατρικές εμφανίσεις του. Είτε ακόμη και στις τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες ηγούνταν τη δεκαετία του ’90, όπως το «Ciao ANT1», τις οποίες επίσης υπηρέτησε υποδειγματικά, δίνοντάς τους άλλη «πνοή», ευφυέστερη και εκ του αποτελέσματος περισσότερο δημοφιλή. Με το ιδιαίτερο ύφος, τη σάτιρα, το τραγούδι -ήταν εξαιρετικά καλλίφωνος-, με το μπρίο, την ξεχωριστή σκηνική παρουσία του, δημιούργησε ένα είδος ζωντανού σόου, που στην Ελλάδα δεν είχε προηγούμενο, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως πρωτοπόρο.
Από τον Βοτανικό
Το αγόρι από τον Βοτανικό με το σπινθηροβόλο βλέμμα μεγάλωσε με τη μητέρα του, Βασιλική, καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν ήταν μόλις ενός έτους. Η πρώτη συνάντηση με τον πατέρα του, Αλέξανδρο, που επαγγελλόταν αρχιτέκτονας, καθώς τα πρώτα χρόνια της ζωής του μικρού Γιώργου βρισκόταν εξόριστος στη Μακρόνησο, έγινε στα 12. Η οικογένειά του περίμενε από εκείνον πιο «ασφαλή» επιλογή, να γίνει «πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας» – και αυτά λόγω της κλίσης του στα μαθηματικά. Αλλά από νωρίς είχε πάρει τις αποφάσεις του: προτού ενηλικιωθεί, έδωσε, εν αγνοία τους, εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το 1962, δευτεροετής ακόμα, βρέθηκε στη σκηνή της θρυλικής «Οδού Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, με τον οποίο στην πορεία έγιναν και φίλοι, δίπλα στον Δημήτρη Χορν και τη Ρένα Βλαχοπούλου, ερμηνεύοντας το τραγούδι «Κάθε κήπος».
Έκτοτε ξεκίνησε η πορεία του στο θέατρο, μαζί και στις μπουάτ της εποχής. Και απέκτησε και φιλία με τον Νίκο Γκάτσο, την οποία μνημόνευε μεταγενέστερα στις σπάνιες έτσι κι αλλιώς συνεντεύξεις του.
Παράλληλα με τη θεατρική πορεία του, εμφανίστηκε στην ταινία του Ίωνα Νταϊφά «Ο τρίτος δρόμος» με τη Μάρω Κοντού. Συνδυάζοντας την υποκριτική με το τραγούδι, παρουσιάζοντας «κοκτέιλ» πρόζας, σάτιρας, χορού, μουσικής, με σκετς, μιμήσεις, με βασικό όπλο τη μελωδική φωνή και το αιχμηρό χιούμορ του, το οποίο εστίαζε στις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας, έγραψε τη δική του ιστορία. Σαφώς το όνομά του συνδέθηκε με τη θρυλική σκηνή της «Μέδουσας», όπου για περισσότερα από είκοσι χρόνια -μέχρι το 1992- έδινε παραστάσεις που «έγραψαν» στη συλλογική μνήμη του κοινού: μετουσιώνοντας τις επιθεωρησιακές εμφανίσεις του σε υψηλού επιπέδου τέχνη. Παράλληλα, υπήρξε ο πρώτος από τους εγχώριους celebrities που μίλησε ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του στα μέσα του 1960, σε μια ακραία τότε συντηρητική Ελλάδα…
Παρ’ όλα αυτά, δήλωνε πως ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η εξαιρετική ηθοποιός και σύντροφός του για τέσσερα χρόνια Κατιάνα Μπαλανίκα. Συνυπήρξαν από τα τέλη του 1960 και συνεργάστηκαν επί μακρόν και στη «Μέδουσα», με τη φιλία τους να παραμένει άτρωτη μέχρι τέλους. Όταν πια εκείνος είχε «λιώσει»…
Η άνοια
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είχε απομακρυνθεί από τις επάλξεις. Απομονωμένος στο σπίτι του στον Νέο Βουτζά αρχικά, τόνιζε στους μετρημένους δικούς του ανθρώπους ότι διακαής πόθος του ήταν να φύγει «αξιοπρεπώς, δεν θέλω να γίνω σούργελο». Στα προβλήματα υγείας, που στην πορεία και λόγω ηλικίας συσσωρεύτηκαν, την τελευταία δεκαετία προστέθηκε η άνοια, που «τον “έτρωγε”», όπως συγγενικό του πρόσωπο αποκάλυψε χθες on camera. «Όμως αναγνώριζε τους στίχους των τραγουδιών που είχε ερμηνεύσει». Για ένα διάστημα φιλοξενήθηκε στο Σπίτι του Ηθοποιού και εδώ και καιρό στο Γηροκομείο Αθηνών. Σύσσωμη η καλλιτεχνική σκηνή αλλά και -μεταξύ άλλων- η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, αναφέρθηκαν στο ποιόν του, πέρα από το μέγεθος της καλλιτεχνικής αξίας του: όταν έκλειναν οι προβολείς, επέστρεφε στην ντροπαλή φύση του, στο, πνιγμένο στο συναίσθημα, σύμπαν του. Στη σκηνή μεταμορφωνόταν σε αιώνιο έφηβο, ορμητικό, περιπαιχτικό, αυτοσχεδιαστικό, διαμορφώνοντας ένα σύμπαν όπου τραγούδι, σάτιρα, μίμηση, θεατρικότητα και αυτοσαρκασμός γίνονταν ένα. Και έτσι θα συνεχίσουμε να τον θυμόμαστε…
Εφημερίδα Απογευματινή









