Σε ποινή κάθειρξης έξι ετών και χρηματικό πρόστιμο 20.000 ευρώ καταδικάστηκε ο Χρήστος Μαυρίκης από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστικού λειτουργού. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να παραμείνει κρατούμενος.
Το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση, κρίνοντας ότι υπήρξε σαφής αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα η οποία συνδυάστηκε με αίτημα παρέμβασης σε εκκρεμή υπόθεση. Στοιχειοθετείται το αδίκημα της δωροδοκίας, ακόμη και χωρίς να επέλθει αποτέλεσμα.
Η απόφαση εντάσσεται στη λογική της αυστηρής προστασίας της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και του αδιάβλητου της δικαστικής λειτουργίας.
Κομβικής σημασίας υπήρξε η μαρτυρία του αντιπροέδρου του Άρειος Πάγος, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ο οποίος περιέγραψε την επίμαχη συνάντηση ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά ζητώντας να παραδώσει φάκελο. Παρά την παραπομπή στη γραμματεία, προσήλθε στο γραφείο του και παρέδωσε επιστολή που περιείχε αίτημα παρέμβασης και αναφορά σε «τίμημα».
Ο μάρτυρας τόνισε ότι η διατύπωση υποδήλωνε πρόθεση δωροδοκίας, καθώς συνδεόταν άμεσα με αίτημα δικαστικής παρέμβασης.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι το ποσό του 1.000.000 ευρώ δεν αφορούσε δωροδοκία. Επρόκειτο για «μεσιτική αμοιβή» που θα λάμβανε ο ίδιος. Στόχος του – όπως είπε – ήταν να εξεταστεί η υπόθεσή του στην ουσία και όχι να απορριφθεί για τυπικούς λόγους.
Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι δεν είχε πρόθεση να δωροδοκήσει, δηλώνοντας πως «δεν σκέφτηκε ποτέ κάτι τέτοιο».
Από την πλευρά του, ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός ξεκαθάρισε ότι ακόμη και η προσπάθεια επηρεασμού δικαστή συνιστά παράνομη πράξη. Δεν υπήρχε λόγος προσωπικής προσέγγισης, ενώ η αναφορά σε οικονομικά ανταλλάγματα ενισχύει την ποινική απαξία της πράξης.
Ο εισαγγελέας της έδρας, Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου, πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, υπογραμμίζοντας ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά οτι εν απαιτείται να έχει υπάρξει αποτέλεσμα και η παραμικρή υπόνοια παρέμβασης υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Τόνισε μάλιστα ότι η ιδέα πως ένας ανώτατος δικαστής μπορεί να επηρεάσει την κρίση άλλου δικαστή αποτελεί επικίνδυνη αντίληψη.
Κατά την απολογία του, ο Μαυρίκης έκανε αναφορά σε παλαιότερες δικαστικές υποθέσεις, υποστηρίζοντας ότι από τη δεκαετία του 1990 επιδιώκει την ουσιαστική εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης που τον αφορά.
Ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν η πέμπτη προσπάθειά του να δικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας, χωρίς –κατά τον ίδιο– πρόθεση επηρεασμού της Δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν χορήγησε αναστολή στην έφεση, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο κατηγορούμενος είχε παραβιάσει περιοριστικούς όρους.
Έτσι, ο Χρήστος Μαυρίκης παραμένει στη φυλακή έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.






