Συχνά ο κόσμος εξιδανικεύει πρόσωπα και καταστάσεις. Πλάθει εικόνες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και περιμένει από τον άλλον να τις δικαιώσει, να σταθεί μέσα σε έναν ρόλο που δεν είναι δικός του. Όταν, όμως, αυτή η εικόνα δεν επαληθεύεται, γεννιέται μια πικρή απογοήτευση.
Τότε αποκαλύπτεται πως αυτό που θεωρούνταν αγάπη δεν είχε ρίζα, αλλά ήταν περισσότερο μια επίπλαστη εικόνα παρά μια ζωντανή σχέση με το πραγματικό πρόσωπο. Ο θαυμασμός γίνεται αμφιβολία και η καρδιά σιγά σιγά ψυχραίνεται. Στην ουσία δεν άλλαξε ο άλλος· εκείνο που δεν άντεξε ήταν η προσδοκία που είχαν χτίσει γι’ αυτόν.
Αυτό ακριβώς δεν συνέβη και με τον Ιησού Χριστό κατά την είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα; Ο λαός Τον υποδέχθηκε με ενθουσιασμό και με φωνές δοξολογίας, επειδή Τον είχε ήδη τοποθετήσει μέσα σε μια πλασματική εικόνα. Τον θεωρούσε επίγειο βασιλιά και Τον φανταζόταν λυτρωτή από τους Ρωμαίους κατακτητές. Κι όμως, εκείνος εισερχόταν στην αγία πόλη με ταπείνωση, καθισμένος όχι σε άλογο αλλά σε γαϊδουράκι, χωρίς να δίνει καμία αφορμή για επίγεια δόξα και εξουσία.
Επειδή, λοιπόν, δεν ταυτίστηκε με την εξιδανικευμένη προσδοκία τους και δεν επιβεβαίωσε το σχήμα που είχαν πλάσει μέσα τους γι’ Αυτόν, τα ίδια πρόσωπα που Τον υποδέχθηκαν με αλαλαγμούς άρχισαν σιγά σιγά να απομακρύνονται. Δεν είναι ο Χριστός που άλλαξε· είναι η εικόνα που είχαν πλάσει γι’ Αυτόν και που τελικά γκρεμίστηκε.
Αυτό που συνέβη τότε φανερώνει έναν πειρασμό που αγγίζει κάθε ανθρώπινη σχέση. Είναι ο πειρασμός της εξιδανίκευσης, δηλαδή το να πλάθεται μια φανταστική εικόνα, ένα ανύπαρκτο είδωλο για κάποιον άνθρωπο. Αυτό οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε μια υποχρεωτική και ανελεύθερη στάση ζωής. Είτε η κοινωνία απαιτεί από τον άνθρωπο να ανταποκριθεί σε μια τέτοια εικόνα, είτε ο ίδιος προσπαθεί να προβάλει έναν εξιδανικευμένο εαυτό ώστε να φανεί καλύτερος, πιο ολοκληρωμένος, πιο «τέλειος» απ’ ό,τι είναι και να προκαλέσει αποδοχή και θαυμασμό.
Το πιο λεπτό σημείο είναι ότι μπορεί να αρχίσει να αρέσκεται σε αυτή την εικόνα, να ζει μέσα της και να την υπερασπίζεται. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η αλήθεια του εαυτού υποχωρεί και έτσι η ικανότητα για αγάπη αντικαθίσταται από ένα ανύπαρκτο είδωλο της φαντασίας.
Σε κάθε περίπτωση οδηγούμαστε στο ίδιο αποτέλεσμα. Αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα αποκαλύπτεται και η ψεύτικη εικόνα δεν αντέχει· καταρρέει, γιατί ό,τι στηρίζεται σε εξιδανίκευση δεν έχει ρίζα και ελπίδα να σταθεί.
Η διέξοδος φαίνεται να βρίσκεται στην απλότητα και την ειλικρίνεια: όταν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να αποδείξει κάτι στους άλλους και δεν ζει για την αποδοχή και τον θαυμασμό. Τότε μπορεί να σταθεί ως ο εαυτός του, με τα όριά του, χωρίς να φοβάται μήπως απογοητεύσει. Όταν πάψει να υπερασπίζεται μια εικόνα, αρχίζει να ελευθερώνεται και να σχετίζεται αληθινά. Έτσι η καρδιά ησυχάζει, οι σχέσεις αποκτούν βάθος και αντοχή και ο άνθρωπος αρχίζει να ζει πιο αληθινά, ακολουθώντας το ήσυχο και ταπεινό παράδειγμα του Χριστού.
Εφημερίδα Απογευματινή






