Το Άγιο και Μέγα Σάββατο η Εκκλησία μας στέκεται με ευλαβική σιωπή μπροστά στο μυστήριο της ταφής του Κυρίου και της καθόδου Του στον Άδη. Ο Κύριος δεν μένει στον τάφο ως ένας νεκρός μεταξύ των νεκρών, αλλά ως η όντως Ζωή που ενεργεί μέσα στον θάνατο. Με το σώμα Του αναπαύεται στον τάφο, ενώ η αγία Του ψυχή κατεβαίνει στον Άδη, για να συναντήσει τον άνθρωπο ακριβώς στο σημείο όπου φαίνεται πως όλα έχουν τελειώσει.
Με την κάθοδό Του στον Άδη, ο Χριστός γέμισε με το φως της ένδοξης παρουσίας Του ακόμη και το πιο ζοφερό σημείο του κόσμου, τα καταχθόνια. Από την ημέρα αυτή και μετά δεν υπάρχει κανένας «Άδης» στη ζωή του ανθρώπου, στον οποίο να μην μπορεί να κατέλθει ο Σωτήρας. Δεν υπάρχει σκοτάδι, πόνος, πτώση ή αδιέξοδο όπου ο άνθρωπος να μη μπορεί να συναντήσει τον Χριστό. Την ώρα της πιο βαθιάς απελπισίας, όταν ο άνθρωπος νιώθει ότι όλα έχουν χαθεί, τότε ακριβώς, μέσα στον πιο σκοτεινό του Άδη, η ζώσα παρουσία του Θεού φέρνει το φως της Αναστάσεως μέσα στην ψυχή.
Εφόσον ο Άδης γίνεται ευλογημένος ως τόπος της παρουσίας του Θεανθρώπου, ο άνθρωπος χρειάζεται έναν τρόπο να κατεβαίνει σε αυτόν τον τόπο, για να συναντήσει τον αγαπημένο Σωτήρα. Υπάρχει μια πνευματική οδός, μια εν Πνεύματι θεραπευτική αγωγή, για την οποία μιλούν οι Άγιοι Πατέρες, και η οποία χαράζει τον δρόμο και φανερώνει την πορεία προς τον Άδη της ανθρώπινης καρδιάς, δηλαδή προς εκείνο τον εσωτερικό «τόπο» όπου ο άνθρωπος βιώνει την πτώση και την απομάκρυνση από τον Θεό. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης συμπυκνώνει αυτή την εμπειρία με έναν συγκλονιστικό και αποκαλυπτικό λόγο: «κράτει τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζου». Δεν πρόκειται για μια ψυχολογική πίεση ή μια σκοτεινή διάθεση, αλλά για μια αληθινή στάση άκρας αυτομεμψίας και ταπείνωσης· για το φρόνημα του ανθρώπου που αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής του χωρίς να κατηγορεί κανέναν άλλον.
Ατενίζοντας τον Σταυρό και τον ζωοδόχο Τάφο, γεννιέται στην ψυχή η βεβαιότητα της αγάπης του Θεού. Τότε ο άνθρωπος, εμπιστευόμενος τον εαυτό του σε αυτήν την αγάπη, τολμά να παραδεχθεί και να ομολογήσει την αλήθεια της πτώσης του. Έτσι γεννιέται μέσα του μια ειρηνική συντριβή, η κατάνυξη. Στη συνέχεια, η καρδιά αρχίζει να ησυχάζει από την αναστάτωση των λογισμών, καθώς ο πόνος της συντριβής συγκεντρώνει τον νου. Μέσα σε αυτή την ησυχαστική ατμόσφαιρα, ο άνθρωπος μετανοεί βαθιά για την πτώση του, επικαλούμενος τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και η συνεχής επίκληση του ονόματος του γλυκύ Ιησού γεννά ουράνια και παραδείσια χαρά μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.
Πραγματοποιώντας ο άνθρωπος την κατάβαση στο βάθος της καρδιάς του, συναντά τον Χριστό. Η κάθοδος του Κυρίου στον Άδη εμπνέει την κάθοδο του νου στην καρδιά. Όπως ο Άδης είναι τόπος θανάτου, έτσι και η καρδιά του ανθρώπου, μετά την πτώση, είναι γεμάτη από φθοροποιά πάθη και νεκροποιούς λογισμούς. Όπως ο Χριστός φωτίζει με την κάθοδό Του τον Άδη, έτσι και η επίκληση του Ονόματός Του από τον νου στον «Άδη» της καρδιάς μεταμορφώνει την ύπαρξη και την καθιστά ικανή να ζει αιωνίως, δοξάζοντας ακατάπαυστα την Παναγία Τριάδα.










