Το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού είναι η μεγαλύτερη γιορτή όχι μόνο για την Εκκλησία, αλλά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν πρόκειται απλώς για την ανάμνηση ενός ιστορικού γεγονότος που αφορά ένα πρόσωπο, αλλά για την αρχή μιας νέας ζωής για όλους τους ανθρώπους. Από το βράδυ της Αναστάσεως, ο κόσμος δεν είναι πια ο ίδιος.
Εκκλησιαστικά, από το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ξεκινά και πάλι ο κύκλος του λειτουργικού χρόνου· αρχίζουν εκ νέου οι Ευαγγελικές περικοπές, οι ήχοι της υμνολογίας, η πορεία του εκκλησιαστικού έτους. Όλα ανακαινίζονται, όλα γίνονται φωτεινά, όλα πλημμυρίζουν από τη χαρά της Αναστάσεως.
Εφόσον ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, η νίκη εναντίον του μπορεί να χαρακτηριστεί ως νίκη της ενότητας απέναντι σε κάθε διασπαστική δύναμη. Η Ανάσταση του Χριστού αποκαλύπτει έτσι βαθιά το μυστήριο της ενότητας. Η αμαρτία δεν τραυμάτισε απλώς τον άνθρωπο· τον κομμάτιασε. Διέσπασε τη σχέση του με τον Θεό, με τον εαυτό του, με τον άλλον άνθρωπο και με ολόκληρη τη δημιουργία. Έτσι ο άνθρωπος έγινε εσωτερικά διχασμένος, αποξενωμένος και σκορπισμένος και ζει μέσα σε μια εμπειρία κατακερματισμού, ακόμη και όταν ποθεί την ενότητα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, και ιδίως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, περιγράφουν με θαυμαστή ακρίβεια τη διάσπαση που έφερε η αμαρτία και την αποκατάστασή της εν Χριστώ. Ο άνθρωπος είχε κληθεί να ενώσει τα διηρημένα επίπεδα της δημιουργίας: το κτιστό με το άκτιστο, το νοητό με το αισθητό, τον ουρανό με τη γη, τον παράδεισο με την οικουμένη, τον άνδρα με τη γυναίκα. Όμως απέτυχε και, αντί για ενότητα, επέφερε διάσπαση.
Ο Χριστός έρχεται για να φανερώσει και να πραγματοποιήσει αυτή την ενότητα στο πρόσωπό Του. Με την Ενανθρώπησή Του προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και την ενώνει αχωρίστως με τη θεία, ενώνοντας έτσι το κτιστό με το άκτιστο. Με τη ζωή Του αγιάζει τον κόσμο και αποκαθιστά τη σχέση του νοητού με το αισθητό.
Με την παρουσία Του συμφιλιώνει τον ουρανό με τη γη και ανοίγει τον δρόμο ώστε η δημιουργία να γίνεται τόπος κοινωνίας με τον Θεό. Με την αγάπη Του θεραπεύει τη διάσπαση στις ανθρώπινες σχέσεις και αποκαθιστά την ενότητα.
Έτσι, στο πρόσωπο του Χριστού συμφιλιώνεται ο άνθρωπος με τον Θεό, με τον πλησίον του και με ολόκληρη τη δημιουργία. Με τη νίκη εναντίον του θανάτου αποκαθίσταται και η ενότητα της διαιρεμένης ανθρώπινης φύσης. Η ενότητα γίνεται πλέον τρόπος ζωής και έκφρασης.
Αυτή η ενότητα βιώνεται ως ζωντανή εμπειρία μέσα στον ρυθμό ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητας. Προσφέρεται ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος στην κοινή προσευχή και στη Θεία Ευχαριστία. Φανερώνεται στον κοινό χώρο της ενορίας, όπου οι πιστοί συναντώνται και γίνονται ένα σώμα, καθώς και στον κοινό λειτουργικό χρόνο, όπως βιώνεται μέσα από το εορτολόγιο και τις ακολουθίες. Καλλιεργείται μέσα από την κατήχηση, η οποία οδηγεί σε ενότητα φρονήματος, και ολοκληρώνεται ως κοινή εμπειρία, όταν οι πιστοί ζουν τις εορτές της Εκκλησίας ως γεγονότα της προσωπικής τους ζωής.
Έτσι η Ανάσταση του Χριστού χαρίζει την ενότητα που αναζητά ο άνθρωπος. Είθε να τη ζήσουμε ως προσωπική εμπειρία μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.











