Του μητροπολίτη Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας, Κωνσταντίνου
Οι εικόνες που προβάλλονται καθημερινά στα δελτία ειδήσεων γεννούν ανησυχία. Ληστείες, επιθέσεις, περιστατικά βίας, νεανικές συμμορίες, οικογενειακά δράματα. Η αίσθηση που διαχέεται είναι ότι η παραβατικότητα διογκώνεται και ότι η ασφάλεια δεν αποτελεί πια αυτονόητη συνθήκη. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Πρόκειται για συνέπεια των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων που βιώνουμε στην Ελλάδα και διεθνώς ή για σύμπτωμα μιας μεταβατικής εποχής χωρίς σταθερούς κανόνες και προσανατολισμό;
Η πολυετής οικονομική δοκιμασία άφησε βαθιά αποτυπώματα. Ανεργία, επισφαλής εργασία, χαμηλά εισοδήματα, αίσθημα αδικίας. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αισθάνονται ότι δεν έχουν πρόσβαση σε ευκαιρίες και προοπτική, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε οργή. Η κοινωνική ανισότητα τροφοδοτεί τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και ενισχύει την πεποίθηση ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο για ορισμένους. Σε τέτοιο περιβάλλον η παραβίαση του νόμου παύει να φαντάζει αδιανόητη.
Δεν είναι, όμως, μόνο το οικονομικό υπόβαθρο. Η παγκόσμια ρευστότητα, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι μεταναστευτικές ροές, η ταχύτατη τεχνολογική εξέλιξη δημιουργούν ένα σκηνικό αβεβαιότητας. Οι παραδοσιακές δομές (οικογένεια, κοινότητα, σχολείο) δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως σταθερά σημεία αναφοράς.
Οι νέοι μεγαλώνουν σε περιβάλλον όπου οι βεβαιότητες αμφισβητούνται και τα πρότυπα μεταβάλλονται διαρκώς. Όταν λείπει η σαφής προοπτική, η παραβατική συμπεριφορά μπορεί να εμφανιστεί ως διέξοδος ή ως τρόπος επιβολής.
Υπάρχει, επιπλέον, η διάσταση της πολιτισμικής μετάβασης. Ζούμε σε κοινωνία που μετακινείται από συλλογικές ταυτότητες σε έντονο ατομικισμό. Η επιτυχία μετριέται με όρους προβολής και υλικής επίδειξης. Η αξία της προσπάθειας υποχωρεί μπροστά στη λατρεία του άμεσου αποτελέσματος. Όταν η αναγνώριση γίνεται αυτοσκοπός και όχι καρπός δημιουργίας, η βία ή η παρανομία μπορεί να εκληφθούν ως συντόμευση.
Παράλληλα, η υπερπροβολή εγκληματικών περιστατικών ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας. Η συνεχής αναπαραγωγή εικόνων ωμότητας δημιουργεί την εντύπωση γενικευμένης αποσύνθεσης. Αν και τα στατιστικά δεδομένα συχνά απαιτούν ψύχραιμη ανάλυση, η κοινωνική ψυχολογία επηρεάζεται περισσότερο από την εικόνα παρά από τους αριθμούς. Το αποτέλεσμα είναι κλίμα φόβου που τροφοδοτεί περαιτέρω δυσπιστία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η έξαρση αποτελεί παροδικό φαινόμενο ή ένδειξη βαθύτερης απορρύθμισης. Μια κοινωνία χωρίς σεβασμό σε αξίες και θεσμούς χάνει την ελπίδα της. Όταν επικρατεί η αντίληψη ότι «τίποτε δεν αλλάζει», η αδιαφορία μετατρέπεται σε κυνισμό. Και ο κυνισμός ανοίγει τον δρόμο στην επιθετικότητα.
Η αντιμετώπιση δεν μπορεί να περιοριστεί στην αυστηροποίηση των ποινών. Απαιτεί ενίσχυση της παιδείας, στήριξη της οικογένειας, ουσιαστική κοινωνική πολιτική. Χρειάζεται αποκατάσταση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και δίκαιη κατανομή ευκαιριών. Κυρίως, χρειάζεται επανανοηματοδότηση του κοινού βίου. Χωρίς συλλογικό όραμα, η κοινωνία παραμένει σε διαρκή μετάβαση, χωρίς πυξίδα. Η παραβατικότητα δεν γεννιέται σε κενό. Τρέφεται από αδιέξοδα και από απουσία προοπτικής. Αν επιθυμούμε να περιοριστεί, οφείλουμε να δώσουμε λόγους ελπίδας. Διότι εκεί όπου αναβιώνει η προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο, υποχωρεί η βία.
Εφημερίδα Απογευματινή









