Στα άδυτα του σαδιστικού δικτύου «764» στην Ελλάδα

Πώς χιλιάδες νέοι πέφτουν θύματα της παγκόσμιας εφιαλτικής ψηφιακής πλατφόρμας - Ο τρόπος λειτουργίας της, η στρατολόγηση και η «ηδονή» της κακοποίησης
10:11 - 24 Ιουνίου 2026

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Εύα Παπαδάτου, Γιώργος Σόμπολος

Η εφιαλτική ψηφιακή «Ομάδα 764», που οδηγεί ανήλικους στον αυτοτραυματισμό και τον τρόμο, έχει περάσει τα ελληνικά σύνορα, θέτοντας τις Αρχές σε κατάσταση απόλυτου συναγερμού. Οι πρόσφατες συλλήψεις δύο 17χρονων στη χώρα μας για πορνογραφία ανηλίκων (ο ένας προφυλακίστηκε χθες) σε βαθμό κακουργήματος ξετυλίγουν το κουβάρι μιας σκοτεινής πραγματικότητας, αποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος δεν βρίσκεται πλέον μακριά, αλλά έχει διεισδύσει στα δωμάτια των ελληνόπουλων μέσω των οθονών τους.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του FBI, από το 2020, οπότε και ξεκίνησε η δράση του δικτύου, έως και το τέλος του 2025, μόνο στην Αμερική συνελήφθησαν 191 άτομα, στην πλειονότητά τους νεαρά και ανήλικα, ως μέλη της σαδιστικής ομάδας κακοποίησης «764». Ανάμεσά τους και δύο υψηλόβαθμα μέλη. Ο άνθρωπος που έστησε το δίκτυο το 2020 ήταν ο 15χρονος τότε Μπράντλεϊ Κέιντενχεντ και το ονόμασε από τον ταχυδρομικό κώδικα της περιοχής όπου διέμενε στο Τέξας. Στην Ευρώπη έως σήμερα οι συλλήψεις έχουν ξεπεράσει τις 10 σε Αγγλία, Γερμανία, Ρουμανία, Σουηδία και Βέλγιο.

Για τη ζωντανή αυτή απειλή και το εγκληματολογικό προφίλ των ατόμων που στρατολογούνται σε τέτοια δίκτυα μίλησε στην «Απογευματινή» η δόκτωρ Κέλλυ Ιωάννου, καθηγήτρια Ψηφιακής Εγκληματολογίας και Εγκληματολογικής Ψυχολογίας: «Στην πραγματικότητα αρκετοί από όσους στρατολογούνται είναι έφηβοι ή πολύ νεαροί ενήλικες που αναζητούν αποδοχή, ταυτότητα και αίσθηση δύναμης μέσα σε διαδικτυακές κοινότητες, είναι έφηβοι που νιώθουν περιθωριοποιημένοι ή ότι έχουν απορριφθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε απομονωμένος έφηβος κινδυνεύει να γίνει δράστης, αλλά σημαίνει ότι τέτοια δίκτυα αναζητούν άτομα ευάλωτα στη χειραγώγηση».

Η διαδικασία για να μετατραπεί ένας νέος σε θύτη δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Αρχικά το νέο μέλος γίνεται δεκτό σε μια κλειστή κοινότητα, όπου αποκτά για πρώτη φορά την αίσθηση ότι «ανήκει κάπου». Στη συνέχεια εκτίθεται σταδιακά σε όλο και πιο ακραίο περιεχόμενο: «Η βία, οι εξευτελισμοί και η κακοποίηση παρουσιάζονται ως κάτι φυσιολογικό ή και εντυπωσιακό. Παράλληλα, η ομάδα επιβραβεύει την ακραία συμπεριφορά».

Το αίσθημα κυριαρχίας

Αναφορικά με το κίνητρο, αυτό δεν είναι συχνά οικονομικό, αφού σε πολλές περιπτώσεις ο δράστης αντλεί ικανοποίηση από το αίσθημα κυριαρχίας πάνω στο θύμα. Όπως τονίζει η κυρία Ιωάννου, σε ορισμένες περιπτώσεις συναντάμε νέους που αρχικά υπήρξαν οι ίδιοι στόχοι εκβιασμού ή χειραγώγησης και αργότερα στρατολογήθηκαν από την ομάδα: «Οι οργανώσεις αυτές εκμεταλλεύονται την ψυχολογική ευαλωτότητα ορισμένων ατόμων και επιχειρούν να τα μετατρέψουν σε συνεργούς, προσφέροντάς τους αποδοχή, κύρος και μια ψευδαίσθηση δύναμης. Οι περισσότεροι δεν γεννιούνται βασανιστές. Σε δίκτυα όπως η “764” βλέπουμε μια διαδικασία σταδιακής χειραγώγησης και απευαισθητοποίησης, όπου ευάλωτοι νέοι εκτίθενται συστηματικά στη βία, επιβραβεύονται για την ακραία συμπεριφορά τους και τελικά μαθαίνουν να συνδέουν την κακοποίηση με την αποδοχή και την εξουσία». Επίσης, οι ακραίες ιδεολογίες, που εμφανίζονται σε δίκτυα όπως το «764», συχνά λειτουργούν περισσότερο ως εργαλείο στρατολόγησης και ψυχολογικής χειραγώγησης παρά ως πραγματικό πολιτικό ή θρησκευτικό πιστεύω. «Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι τόσο ο νεοναζισμός ή ο σατανισμός όσο η κουλτούρα βίας, κυριαρχίας και απόλυτου ελέγχου πάνω στα θύματα», σημειώνει η εγκληματολόγος.

«Λερναία Ύδρα»

Όμως πώς καταφέρνει ένα τέτοιο δίκτυο να λειτουργεί αποκεντρωμένα σε περισσότερες από 55 χώρες χωρίς εμφανή ιεραρχία; «Δεν λειτουργεί όπως οι παραδοσιακές εγκληματικές οργανώσεις. Δεν υπάρχει απαραίτητα ένας αρχηγός, μια κεντρική διοίκηση ή ένα συγκεκριμένο αρχηγείο που αν το “χτυπήσουν” οι Αρχές η οργάνωση καταρρέει. Αντίθετα, πρόκειται για ένα αποκεντρωμένο δίκτυο μικρών ομάδων και μεμονωμένων ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους μέσω του διαδικτύου.

Στην πράξη η “764” μοιάζει περισσότερο με ένα “οικοσύστημα” παρά με μια κλασική εγκληματική οργάνωση», εξηγεί η Κέλλυ Ιωάννου, για να προσθέσει ότι υπάρχουν πολλοί μικροί πυρήνες σε διαφορετικές χώρες, που επικοινωνούν μεταξύ τους, μοιράζονται υλικό, αντιγράφουν πρακτικές και στρατολογούν νέα μέλη: «Η επιρροή δεν βασίζεται σε κάποιον επίσημο αρχηγό αλλά στο κύρος που αποκτά κάποιος μέσα στην κοινότητα. Όσο περισσότερα θύματα χειραγωγεί ή όσο πιο ενεργός είναι τόσο μεγαλύτερη επιρροή αποκτά. Για αυτό συχνά μιλάμε για ένα “δίκτυο δικτύων” και όχι για μία ενιαία οργάνωση. Είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί, επειδή λειτουργεί ταυτόχρονα σε δεκάδες χώρες. Ένα μέλος μπορεί να βρίσκεται στις ΗΠΑ, άλλο στη Βρετανία και άλλο στην Ασία, ενώ τα θύματα να βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές χώρες. Αυτό δημιουργεί τεράστιες νομικές και επιχειρησιακές δυσκολίες, καθώς απαιτείται συνεργασία πολλών αστυνομικών και δικαστικών Αρχών. Οι κρυπτογραφημένες εφαρμογές δυσκολεύουν σημαντικά τις έρευνες, επειδή οι συνομιλίες δεν μπορούν να διαβαστούν εύκολα από τρίτους. Ωστόσο, υπάρχει ένας μύθος ότι η κρυπτογράφηση κάνει τους δράστες “αόρατους”. Στην πραγματικότητα οι εγκληματίες αφήνουν πίσω τους πολλά άλλα ψηφιακά ίχνη όπως συνδέσεις λογαριασμών, διευθύνσεις IP, αρχεία σε κινητά και υπολογιστές, στοιχεία πληρωμών, φωτογραφίες και βίντεο που μπορούν να ταυτοποιηθούν. Στις περισσότερες μεγάλες υποθέσεις οι συλλήψεις δεν γίνονται επειδή “σπάει” η κρυπτογράφηση, αλλά επειδή οι ερευνητές συνδυάζουν δεκάδες διαφορετικά ψηφιακά ίχνη».

Τέλος, οι Αρχές μπορούν να εντοπίσουν και να συλλάβουν βασικά μέλη, να διαλύσουν συγκεκριμένους πυρήνες, να προστατεύσουν θύματα και να κατασχέσουν εξοπλισμό και δεδομένα, αλλά όχι να εξαλείψουν πλήρως το δίκτυο. Επειδή δεν υπάρχει ένα μοναδικό κέντρο, όταν κλείνει μια ομάδα συχνά εμφανίζονται άλλες, με διαφορετικά ονόματα, νέους λογαριασμούς και νέες πλατφόρμες.

Εφημερίδα Απογευματινή