Σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ σηματοδοτεί η ομόφωνη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι η κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφου σε βάρος του πρώην προέδρου του οργανισμού και υποψήφιου ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας το 2019, Δημήτρη Μελά, καθώς και της πρώην διευθύντριας του ΟΠΕΚΕΠΕ, Αθανασίας Ρέππα, πρέπει να αναβαθμιστεί σε κακούργημα.
Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει τη συγκεκριμένη πράξη λόγω της βαρύτητάς της και παρέπεμψε το σχετικό σκέλος της δικογραφίας στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, το οποίο θα εξετάσει την υπόθεση ως καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο.
Ένοχοι για υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος
Παράλληλα, το δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα την ενοχή των δύο κατηγορουμένων για τα πλημμελήματα της υπόθαλψης εγκληματία, από κοινού και κατά συρροή, καθώς και της παράβασης καθήκοντος, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, αποδείχθηκε ότι ήδη από το 2018 είχε διαπιστωθεί ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση στις δηλώσεις βοσκοτόπων, γεγονός που δημιουργούσε σοβαρές ενδείξεις για οργανωμένη καταστρατήγηση του συστήματος επιδοτήσεων.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέφερε ότι, μετά την ανάληψη της διοίκησης του ΟΠΕΚΕΠΕ από τον Γρηγόρη Βάρρα, δόθηκε εντολή για τη διενέργεια ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου η Παρασκευή Τυχεροπούλου συνέταξε αναλυτική έκθεση σχετικά με 80 ΑΦΜ, καταγράφοντας ευρήματα που παρέπεμπαν σε παράνομες επιδοτήσεις.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν τα προβλήματα που είχαν εντοπιστεί, ωστόσο δεν προχώρησαν στις ενέργειες που όφειλαν, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετούνται οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν.
Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο διαχώρισε το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου από τις υπόλοιπες κατηγορίες, κρίνοντας ότι πρόκειται για κακουργηματική πράξη, καθώς η εκτιμώμενη οικονομική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.
Για τον λόγο αυτό δήλωσε αναρμόδιο να την εκδικάσει και παρέπεμψε το συγκεκριμένο σκέλος στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, ενώ για τις υπόλοιπες πράξεις προχώρησε στην έκδοση καταδικαστικής απόφασης.
Παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, το δικαστήριο αναγνώρισε και στους δύο καταδικασθέντες το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.
Ο εισαγγελέας της έδρας είχε ζητήσει την απόρριψη του αιτήματος, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην υπόθεση.
Όπως ανέφερε, οι δύο κατηγορούμενοι, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, υπέθαλπταν επί περίπου είκοσι μήνες ογδόντα πρόσωπα που φέρονταν να εμπλέκονται σε παράνομες επιδοτήσεις, ενώ υποστήριξε ότι οι πράξεις τους είχαν και ευρωπαϊκές προεκτάσεις, πλήττοντας την αξιοπιστία της Ελλάδας έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η εισαγγελική πρόταση
Η δικαστική απόφαση κινήθηκε στο βασικό της σκέλος στην κατεύθυνση της εισαγγελικής πρότασης που είχε διατυπώσει ο εισαγγελέας της έδρας, Αναστάσιος Παναγάκος.
Σύμφωνα με την εισαγγελική εκτίμηση, οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από τη Νομική Υπηρεσία του ΟΠΕΚΕΠΕ και από τις εισαγγελικές αρχές την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, η οποία κατέγραφε ενδείξεις απάτης παραγωγών σε βάρος του οργανισμού.
Ο εισαγγελέας είχε υποστηρίξει ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε πως οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν την έκταση των παρατυπιών που αφορούσαν το Εθνικό Απόθεμα του 2020, επισημαίνοντας ότι η επίκληση αμέλειας δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή, καθώς –όπως ανέφερε– η συμπεριφορά τους δεν συμβάδιζε με τις θεσμικές τους υποχρεώσεις και την επαγγελματική τους ιδιότητα.








