Λέκκας για σεισμό στην Κολομβία: «Μπορεί να έχουμε έως και 1.000 νεκρούς»

Περίπου 2.000 κτίρια έχουν καταρρεύσει – Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ εξηγεί τον ρόλο του μεγάλου εστιακού βάθους και γιατί επλήγησαν κυρίως ψηλά κτίρια
13:16 - 12 Αυγούστου 2026
Κολομβία Σεισμός

Έως και τους 1.000 μπορεί να φτάσει ο αριθμός των νεκρών από τον ισχυρό σεισμό στην Κολομβία, σύμφωνα με την εκτίμηση του προέδρου του ΟΑΣΠ και καθηγητή Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Ευθύμιου Λέκκα. Μιλώντας την Τετάρτη στο ΕΡΤnews, ανέφερε ότι περίπου 2.000 κτίρια έχουν καταρρεύσει και εξήγησε ότι το μεγάλο εστιακό βάθος του σεισμού συνδέεται με τις εκτεταμένες ζημιές που καταγράφηκαν κυρίως σε ψηλά κτίρια.

«Μπορεί να έχουμε μέχρι και 1.000 νεκρούς», ανέφερε ο Ευθύμιος Λέκκας, προειδοποιώντας ότι ο απολογισμός ενδέχεται να αυξηθεί. Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα οι επιχειρήσεις διάσωσης να οδηγήσουν στον εντοπισμό και τον απεγκλωβισμό όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων.

Ο καθηγητής αναφέρθηκε στα μοντέλα εκτίμησης των συνεπειών μεγάλων σεισμών, τα οποία μπορούν να υπολογίσουν τις πιθανές ανθρώπινες απώλειες, τους τραυματισμούς αλλά και τις οικονομικές επιπτώσεις. Όπως είπε, τα συγκεκριμένα μοντέλα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο και συνήθως επιβεβαιώνονται από τα πραγματικά δεδομένα.

Γιατί υπέστησαν μεγαλύτερες ζημιές τα ψηλά κτίρια

Αναλύοντας τα χαρακτηριστικά του σεισμού στην Κολομβία, ο Ευθύμιος Λέκκας ανέφερε ότι το εστιακό βάθος υπολογίζεται περίπου στα 115 χιλιόμετρα.

Όπως εξήγησε, σε τέτοιο βάθος τα σεισμικά κύματα χάνουν μέρος της ενέργειάς τους, ωστόσο δημιουργούνται μεγαλύτερες περίοδοι ταλάντωσης. Αυτές μπορεί να συμπέσουν με τις ιδιοπεριόδους των ψηλών κτιρίων και να προκαλέσουν συνθήκες συντονισμού.

«Γι’ αυτό βλέπουμε μόνο υψηλά κτίρια ή ως επί το πλείστον ψηλά κτίρια να έχουν πάθει ζημιές, να έχουν καταρρεύσει», ανέφερε.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ συνέκρινε τα χαρακτηριστικά του σεισμού με εκείνα του πρόσφατου σεισμού στη Βενεζουέλα, τον οποίο είχε μελετήσει επί τόπου με επιστημονική ομάδα. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όπως εξήγησε, ο σεισμός ήταν επιφανειακός, ενώ η συμβολή σεισμικών κυμάτων από δύο σεισμικά γεγονότα επιβάρυνε τις επιπτώσεις στα ψηλά κτίρια του Καράκας.

«Ο σεισμός δεν προβλέπεται»

Ο Ευθύμιος Λέκκας υπογράμμισε ότι οι σεισμοί δεν μπορούν να προβλεφθούν και έδωσε έμφαση στην πρόληψη και στην αντισεισμική προστασία.

Σε αντίθεση με άλλα φυσικά φαινόμενα, όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες ή οι έντονες βροχοπτώσεις, ο σεισμός εκδηλώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, περιορίζοντας δραστικά τον διαθέσιμο χρόνο αντίδρασης.

«Βλέπουμε τα πιο σταθερά πράγματα να κινούνται», είπε, περιγράφοντας το αίσθημα που προκαλεί ένα ισχυρό σεισμικό γεγονός.

Κατά τον ίδιο, τα δεδομένα που συγκεντρώνονται μετά από κάθε μεγάλο σεισμό αποτελούν βάση για τη βελτίωση των αντισεισμικών κανονισμών, αφού προηγηθεί η επιστημονική επεξεργασία και αξιολόγησή τους.

Πώς οι καταρρεύσεις αποκαλύπτουν τις αστοχίες των κτιρίων

Κεντρικό στοιχείο της αντισεισμικής προστασίας, σύμφωνα με τον Ευθύμιο Λέκκα, είναι η πρόληψη. Σε αυτή περιλαμβάνονται η ενίσχυση των κτιρίων, η εκπαίδευση των πολιτών, ο πολεοδομικός και χωροταξικός σχεδιασμός, οι ασκήσεις ετοιμότητας και η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών.

Ο καθηγητής αναφέρθηκε στην επίσκεψη που πραγματοποίησε πριν από έναν μήνα στη Βενεζουέλα μαζί με τον καθηγητή Αντισεισμικών Κατασκευών του Πολυτεχνείου Παναγιώτη Καρύδη. Εκεί κατέγραψαν στοιχεία για τη συμπεριφορά των κτιρίων κατά τη διάρκεια του σεισμού.

Αντίστοιχα δεδομένα συλλέγονται και από την Κολομβία. Βίντεο και εικόνες από καταρρεύσεις επιτρέπουν στους επιστήμονες να εξετάσουν το σημείο στο οποίο ξεκινά μια κατασκευαστική αστοχία και στη συνέχεια την αλληλουχία των βλαβών που μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση.

«Αυτή την αλυσίδα αποκωδικοποιούμε και αυτήν ενσωματώνουμε μέσα στους κανονισμούς», ανέφερε ο κ. Λέκκας.

Από την ανάλυση μπορεί, σύμφωνα με τον ίδιο, να προκύψουν συγκεκριμένες ανάγκες παρέμβασης, όπως η ενίσχυση των υποστυλωμάτων και της τοιχοποιίας στους χαμηλότερους ορόφους, από όπου σε ορισμένες περιπτώσεις αρχίζει η κατάρρευση.

Κάθε χώρα εφαρμόζει τον δικό της αντισεισμικό κανονισμό, ο οποίος εξελίσσεται με βάση τα επιστημονικά δεδομένα που προκύπτουν από προηγούμενα σεισμικά γεγονότα.

Δύσκολη η πρόσβαση στις πληγείσες περιοχές

Πρόσθετες δυσκολίες στις επιχειρήσεις διάσωσης δημιουργεί η γεωγραφία της πληγείσας περιοχής. Σύμφωνα με τον Ευθύμιο Λέκκα, πρόκειται για απομονωμένη περιοχή στις Άνδεις, σε υψόμετρο περίπου 2.000 έως 2.500 μέτρων.

Η οδική πρόσβαση είναι δύσκολη, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για κατολισθήσεις σε δρόμους, οι οποίες δυσχεραίνουν περαιτέρω την προσέγγιση των πληγεισών περιοχών.

«Οι κρίσιμες υποδομές πρέπει να λειτουργούν», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα ενός κτιρίου να παραμείνει όρθιο, αλλά και τη συνέχιση της λειτουργίας βασικών υπηρεσιών μετά από μια καταστροφή.

Το «Δαχτυλίδι της Φωτιάς» του Ειρηνικού

Ο Ευθύμιος Λέκκας τοποθέτησε τον σεισμό στο ευρύτερο γεωλογικό πλαίσιο του «Δαχτυλιδιού της Φωτιάς», της ζώνης έντονης σεισμικής και ηφαιστειακής δραστηριότητας γύρω από τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Όπως εξήγησε, ο Ειρηνικός βρίσκεται πάνω σε αυτοτελή τεκτονική πλάκα, η οποία αλληλεπιδρά με τις γειτονικές πλάκες. Η καταβύθισή της κάτω από τις γύρω ηπείρους συνδέεται με την έντονη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα που παρατηρείται στη δυτική και νότια Αμερική, στην Ιαπωνία, στις Φιλιππίνες και στη Νέα Ζηλανδία.

Αναφερόμενος, τέλος, στην ανάπτυξη μεγάλων ανθρώπινων κοινοτήτων σε σεισμογενείς περιοχές, σημείωσε ότι πολλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν κοντά στα όρια τεκτονικών πλακών. Οι ίδιες γεωλογικές διεργασίες που δημιουργούν κινδύνους συνδέονται, όπως είπε, με φυσικά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων το έντονο ανάγλυφο, η πρόσβαση στη θάλασσα, τα μεταλλεύματα και τα υπόγεια και επιφανειακά νερά.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, το ζητούμενο δεν είναι η απομάκρυνση των πληθυσμών από τις σεισμογενείς περιοχές, αλλά η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κτιρίων, των υποδομών και των κοινωνιών απέναντι στον σεισμικό κίνδυνο.