Τα παιδιά δεν χάλασαν ξαφνικά. Δεν ξύπνησαν ένα πρωί πιο επιθετικά, πιο οργισμένα, πιο βίαια. Αυτό που άλλαξε δεν είναι τα παιδιά, αλλά ο τρόπος που μεγαλώνουν. Σε κάθε περιστατικό βίας ή παραβατικής συμπεριφοράς ανηλίκων, η συζήτηση ξεκινά από τον χώρο όπου συνέβη. Σπανιότερα αναρωτιόμαστε τι προηγήθηκε. Και αυτό που συχνά προηγήθηκε είναι η απουσία. Όχι η θεσμική, αλλά η ανθρώπινη.
Τα πρόσφατα περιστατικά βίας ανηλίκων παρουσιάζονται ως σοκαριστικές περιπτώσεις, σαν κάτι που «δεν το περιμέναμε». Κι όμως, τίποτα σε αυτά δεν είναι αιφνίδιο. Είναι το αποτέλεσμα μιας καθημερινότητας που εδώ και χρόνια λειτουργεί μηχανικά.
Η βία δεν περιορίζεται πια σε σχολικές αυλές. Εκδηλώνεται σε γειτονιές, πλατείες, μέσα μεταφοράς, στο διαδίκτυο. Όποιος κι αν είναι ο χώρος, η αφετηρία παραμένει κοινή, παιδιά που μεγαλώνουν στον αυτόματο πιλότο.
Όχι επειδή οι γονείς δεν νοιάζονται. Αλλά επειδή προσπαθούν να επιβιώσουν. Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε διαρκή αγώνα κάλυψης υποχρεώσεων. Η παρουσία αντικαθίσταται από λειτουργικότητα, η επικοινωνία γίνεται διαχείριση και η σχέση πρόγραμμα.
Έτσι, τα παιδιά μαθαίνουν να αυτορυθμίζονται χωρίς καθοδήγηση, χωρίς κάποιον να τα βοηθήσει να βάλουν όρια και να επεξεργαστούν όσα βιώνουν και όταν η συσσωρευμένη πίεση ξεσπά, μας φαίνεται ακατανόητη. Σαν να προέκυψε από το πουθενά. Η βία των ανηλίκων δεν είναι η αρχή του προβλήματος είναι το σημείο που το πρόβλημα γίνεται πια ορατό.
Την ίδια στιγμή, η επικαιρότητα αποδεικνύει ότι οι εκδηλώσεις αυτής της έντασης δεν είναι «αφηρημένες». Μόλις την περασμένη εβδομάδα, μερικά από τα περιστατικά βίας δείχνουν: ένα 14χρονο μαθητή στη Ζάκυνθο που προσήλθε στο σχολείο του με πιστόλι μέσα στο σακίδιο και συνελήφθη μαζί με τον πατέρα του, μετά τον εντοπισμό οπλοστασίου στο σπίτι του. Σε άλλο περιστατικό, 16χρονος μαθητής στη Γλυφάδα βρέθηκε με τρία μαχαίρια και κόφτη μέσα σε σχολείο, με τις αρχές να σχηματίζουν δικογραφία και κατά του πατέρα για παραμέληση εποπτείας. Και στην Αθήνα, μία 16χρονη κατηγορείται μετά από μαχαίρωμα 14χρονης συμμαθήτριάς της σε σχολική αίθουσα.
Όταν τέτοια περιστατικά έρχονται στο φως καθημερινά, το βλέμμα στρέφεται σχεδόν αυτόματα αλλού. Στο σχολείο, στους ειδικούς, στις δομές, στα «ανεξέλεγκτα» μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και ναι, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει την παρουσία ψυχολόγων στα σχολεία, σταθερά και επαρκώς. Οφείλει επίσης να ασχοληθεί σοβαρά με την ασυδοσία του ψηφιακού περιβάλλοντος. Όμως ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γεννούν από μόνα τους την ένταση, ούτε οι ειδικοί μπορούν να αντικαταστήσουν τον γονέα. Παρεμβαίνουν εκ των υστέρων, όταν κάτι έχει ήδη ραγίσει.
Το πρόβλημα ξεκινά νωρίτερα. Όταν μια κοινωνία δεν αφήνει χώρο στους γονείς να είναι παρόντες. Όταν η γονεϊκότητα αντιμετωπίζεται ως κάτι που «χωράει» ανάμεσα στην εργασία, τις υποχρεώσεις και την εξάντληση. Όταν η φροντίδα των παιδιών θεωρείται αποκλειστικά ατομική ευθύνη και όχι προτεραιότητα που απαιτεί χρόνο, σταθερότητα και σχέση.
Ίσως, τελικά, η βία που εμφανίζεται στους ανηλίκους να μην είναι πρόβλημα πειθαρχίας ή ελέγχου, αλλά πρόβλημα φροντίδας. Και όσο τη συζητάμε μόνο αφού εκδηλωθεί, τόσο θα συνεχίζει να επιστρέφει, όχι ως έκρηξη, αλλά ως σύμπτωμα.











