Η επιλογή των συναινέσεων από την κυβέρνηση δεν συνιστά έναν πρόσκαιρο τακτικισμό, αλλά μια συνειδητή στρατηγική πολιτικής ηγεμονίας, που επιτρέπει στο κυβερνητικό επιτελείο να βαδίζει προς τις εκλογές του 2027 με όρους επίθεσης και όχι άμυνας. Το Μέγαρο Μαξίμου έχει περάσει σε φάση ενεργητικής πολιτικής πρωτοβουλίας, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια ατζέντα που υπερβαίνει τη στενή διαχείριση της καθημερινότητας και επιχειρεί να θέσει τους όρους της πολιτικής συζήτησης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τέσσερις κομβικοί άξονες: η συνταγματική αναθεώρηση, η εκπροσώπηση των αποδήμων μέσω τριεδρικής περιφέρειας και επιστολικής ψήφου, το αγροτικό ζήτημα και το εθνικό απολυτήριο. Πρόκειται για επιλογές που συγκροτούν τη λεγόμενη ατζέντα Μητσοτάκη, με σαφή διπλή στόχευση: αφενός την παραγωγή ενός μεταρρυθμιστικού αποτυπώματος με θεσμικό βάθος και, αφετέρου, την άσκηση πολιτικής πίεσης προς την αντιπολίτευση.
Τα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων καταγράφουν ότι, παρά τη φθορά από την ακρίβεια και τις κοινωνικές εστίες έντασης –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα αγροτικά μπλόκα– η Νέα Δημοκρατία διατηρεί τη στρατηγική της υπεροχή. Η συμπεριφορά των εκλογέων δείχνει ανθεκτικότητα της κυβερνητικής βάσης, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται καθαρά σε δείκτες καταλληλότητας για την πρωθυπουργία και αξιοπιστίας διακυβέρνησης. Οι εστίες δυσαρέσκειας λειτουργούν περισσότερο ως παράγοντες πίεσης παρά ως απειλή πολιτικής ανατροπής.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Μαξίμου αναδεικνύει τη συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, μεταφέροντας το βάρος των επιλογών στην αντιπολίτευση και κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, που αντιμετωπίζεται πλέον ως ο βασικός αντίπαλος. Το δίλημμα είναι σαφές: συμμετοχή σε θεσμικές συναινέσεις με βάθος χρόνου ή ανάληψη του πολιτικού κόστους της άρνησης.
Ιδίως στη συνταγματική αναθεώρηση, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι χωρίς ευρείες πλειοψηφίες δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και η στρατηγική των συναινέσεων λειτουργεί ως μοχλός πολιτικής πίεσης, αλλά και ως εργαλείο διαμόρφωσης ενός πλαισίου θεσμικής σταθερότητας, που ενισχύει την κυβερνητική πρωτοβουλία ενόψει του 2027.







