Η Ελλάδα παρακολουθεί, τα τελευταία χρόνια, την έξαρση ακραίων φωνών στη δημόσια σφαίρα, δηλώσεις και τοποθετήσεις που συχνά παραπέμπουν σε αιματηρές επαναστάσεις του παρελθόντος και σε μια ρητορική σύγκρουσης με το παρόν και τους θεσμούς του. Θιασώτες της δραχμής, αλλά ταυτόχρονα βαθιά εθνικιστές, που επενδύουν πολιτικά στον θυμό, στη νοσταλγία και στην εύκολη καταγγελία.
Ωστόσο, παρά τον θόρυβο που προκαλούν, οι φωνές αυτές δεν απειλούν τη δημοκρατία, η οποία στην Ελλάδα παραμένει ακλόνητη, με σταθερούς θεσμούς, ιστορική μνήμη και κοινωνικά αντανακλαστικά. Το φαινόμενο δεν συνιστά υπαρξιακή κρίση του πολιτεύματος, αλλά κυρίως μια επικοινωνιακή στρατηγική. Μια προσπάθεια των εκφραστών αυτής της ρητορικής να συγκεντρώσουν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας, να μετατραπούν από περιθωριακές φιγούρες σε πρωταγωνιστές του δημόσιου διαλόγου.
Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται συχνά για ανθρώπους που έζησαν επί χρόνια στο παρασκήνιο, πολιτικά ή κοινωνικά, και σήμερα θεωρούν πως μπορούν, μέσα από την ένταση και την πρόκληση, να επηρεάσουν τον πολιτικό λόγο. Η υπερβολή, ο διχαστικός λόγος και οι ιστορικές αναλογίες χωρίς μέτρο λειτουργούν ως εργαλεία αυτοπροβολής, όχι ως σοβαρές πολιτικές προτάσεις.
Παρόλα αυτά, η επανάληψη τέτοιων ακραίων εκφράσεων δεν είναι απλώς ζήτημα ελεύθερης έκφρασης. Αποτελεί μια δοκιμασία για την κοινωνία, που καλείται, για μία ακόμη φορά, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να απορρίψει τον εύκολο θυμό, να μην παγιδευτεί στον θόρυβο και να υπερασπιστεί τον νηφάλιο διάλογο, τη δημοκρατική ωριμότητα και τη συλλογική μνήμη. Γιατί η δημοκρατία δεν απειλείται από τις κραυγές, αλλά θωρακίζεται από τη συνείδηση των πολιτών της.







