Η κυβέρνηση δείχνει ξεκάθαρα ότι θέλει να χρησιμοποιήσει τη συνταγματική αναθεώρηση ως εργαλείο πολιτικής στρατηγικής. Σε μια περίοδο που η χώρα μπαίνει σιγά-σιγά σε προεκλογική τροχιά, η πρωτοβουλία του Μεγάρου Μαξίμου δεν περιορίζεται σε τεχνικές αλλαγές στα άρθρα του Συντάγματος. Στόχος είναι να επανατοποθετηθεί η συζήτηση σε θεσμικό επίπεδο, απομακρύνοντας τον δημόσιο διάλογο από την καθημερινή αντιπαράθεση και την κομματική πόλωση.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής είναι στρατηγική. Με το ξεκίνημα της διαδικασίας να συνοδεύεται από επικοινωνιακή προβολή, η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως υπεύθυνος φορέας μεταρρυθμίσεων, που ορίζει την ατζέντα και δίνει το στίγμα του πολιτικού προγράμματός της πριν η αντιπαράθεση ενταθεί. Η κίνηση αυτή στέλνει μηνύματα σταθερότητας στο εσωτερικό της παράταξης και προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι η πολιτική έχει όραμα και σχέδιο.
Τα άρθρα που επανέρχονται στην ατζέντα – παιδεία, ευθύνη υπουργών, μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας – δεν είναι απλώς θεσμικές λεπτομέρειες. Αντιπροσωπεύουν κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών και την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης.
Η διαδικασία όμως δεν είναι εύκολη. Απαιτεί ευρύτερες πλειοψηφίες, γεγονός που αναγκάζει την κυβέρνηση να επιχειρήσει διάλογο και συναίνεση, φέρνοντας τα κόμματα αντιμέτωπα με καθαρές επιλογές. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση μετατρέπεται σε πολιτικό πεδίο αναμέτρησης, όπου η κυβέρνηση επιδιώκει να καθορίσει τις ισορροπίες, να δείξει αποφασιστικότητα και να θέσει τον τόνο για την επόμενη προεκλογική περίοδο.










